ΑΠΟ ΤΑ ΓΗΠΕΔΑ ΣΤΑ… ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ – ΤΕΛΟΣ ΚΑΡΙΕΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΡΟΝΙ» (VIDEOS)

Για εμάς, τους Έλληνες φιλάθλους, δύο «γελαστά παιδιά» έχουν καταχωρηθεί στη μνήμη μας. Πρώτα το τραγούδι που εμπνεύστηκε ο Μίκης Θεοδωράκης (από τη δράση του περίφημου Ιρλανδού επαναστάτη, Μάϊκλ Κόλινς, στις αρχές του 20ου αιώνα), και τραγούδησε με αλησμόνητο πάθος η Μαρία Φαραντούρη, πριν από 45 χρόνια.

Και μετά, ο Ροναλντίνιο. Εάν όχι ο πιο προικισμένος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών, σίγουρα ο πιο χαμογελαστός. Όπως σωστά γράφτηκε κάποτε, ο «Ρόνι» αναδείχθηκε στα γήπεδα, αλλά δεν ανήκε στο ποδόσφαιρο. Ήταν κτήμα ολόκληρης της ανθρωπότητας, ακριβώς γιατί μετέδιδε, με το γέλιο του, τη χαρά της ζωής. Κι όταν έπαψε να χαίρεται με τη ψυχή του τη μπάλα, κυκλοφορούσε σαν μία φανέλα αδειανή…

Δύο μήνες πριν τα 38α γενέθλιά του, ο αξιολάτρευτος Βραζιλιάνος έστειλε μήνυμα, μέσω του αδελφού και ατζέντη του,  ότι… «δεν πάει άλλο, σταματάω».

Αν και η αλήθεια είναι ότι έπαιζε σα «σταματημένος» ο Ροναλντίνιο από το 2010, όταν ακόμα φορούσε τη φανέλα της Μίλαν.

Μπορώ να το γράψω κι ακόμα καλύτερα: όσα ποδοσφαιρικά του συνέβησαν μετά τη θαυμαστή 5ετία του στη Μπαρτσελόνα (2003 έως 2008) κοντεύουν να διαγραφούν κι από τη δική του μνήμη. Κι αν συνέχιζε να κλωτσάει έκτοτε το τόπι, το’ κανε αποκλειστικά για το χατίρι μας. Για να συνεχίσουμε να διασκεδάζουμε με τα γέλια και τα κόλπα του. Επειδή δεν γινόταν να κόψει αυτό το γελαστό παιδί τη μπάλα από τα 28 του…

Είπαμε, όμως, ο αληθινός Ροναλντίνιο ζούσε έκτοτε εκτός γηπέδων. Μόλις έβγαζε τη φανέλα της δουλειάς  (ξεκίνησε από τη βραζιλιάνικη Γκρέμιο, το 1998, συνέχισε στην Παρί Σεν Ζερμέν, μεγαλούργησε στη Μπαρτσελόνα, μετά πήγε στο Μιλάνο, τερμάτισε παίζοντας σε Φλαμένγκο, Ατλέτικο Μινέϊρο, Κερετάρο και Φλουμινένσε), πήγαινε κατευθείαν εκεί όπου μπορούσε να διασκεδάζει έως να χαράξει η επόμενη μέρα. Χωρίς κανείς να του ζητάει το λόγο για τα ξενύχτια του. Αλήθεια, πώς ν΄ αρνηθείς το παραμικρό σε τόσο γελαστό παιδί;

Ο «Ρόνι», άμα θέλετε να ξέρετε, θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει ο ίδιος η «επόμενη μέρα» για το παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Ναι, μπορούσε ν’ αλλάξει μόνος του το άθλημα, γιατί είχε χαρίσματα και μεταδοτικότητα που δεν διέθεταν οι παλιότεροι (Μαραντόνα, Πελέ, Κρόϊφ), αλλά και που ζήλευαν οι, πάνω-κάτω, συνομήλικοί του (Ζιντάν, Ριβάλντο, Ντελ Πιέρο).

Δεν το έκανε, γιατί δεν το επιδίωξε. Και δεν το επιδίωξε μάλλον γιατί φοβήθηκε τα βάρη που θα συνόδευαν την επιτυχία του. Είναι πολύ εύθυμος και ξένοιαστος, ως άνθρωπος, για να πάρει την καριέρα του τόσο στα σοβαρά…

Λέγεται μάλιστα πως εκείνος που τον τρόμαξε ήταν το «Φαινόμενο», ο Ρονάλντο. Ήταν ο παρτενέρ του στο «χρυσό», για τη Βραζιλία, Μουντιάλ του 2002, αλλά κι ο …εφιάλτης του, λόγω εκείνης της κρίσης άγχους που τον έπιασε ανήμερα του τελικού στο Μουντιάλ της Γαλλίας, το 1998. Ο Ροναλντίνιο δεν είχε σκοπό να φέρει τον δικό του εαυτό στα όρια. Φιλοσοφία ζωής, αν προτιμάτε…

Για να παίρνει ο ίδιος δύναμη, ώστε να προσθέτει κατόπιν χαρά στη δική μας καθημερινότητα, ο «Ρόνι» ξεφάντωνε σε μεγάλα πάρτι. Είτε αυτά γίνονταν σε βίλες, είτε σε νυκτερινά κέντρα. Κι επειδή η Ελλάδα το ξέρει αυτό το… άθλημα, ο Βραζιλιάνος μέτρησε και θα συνεχίσει να μετράει, πολλές ώρες στα μπουζούκια! Ως μέγας φίλος του Αντώνη Ρέμου κι ως μέγας θαυμαστής του Νίκου Βέρτη. Οι φωτογραφίες και τα βίντεο μαζί τους, ένα σωρό. Όρεξη να’ χετε να τους βλέπετε, στο Διαδίκτυο…

Τον περασμένο Ιούνη, ο Ροναλντίνιο μπούκαρε στο μαγαζί που τραγουδούσε ο Ρέμος, και σχεδόν σταμάτησε το πρόγραμμα, για την απαραίτητη αποθέωση! Λες και ζούσε ακόμα στα χρόνια της δόξας του, ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του πλανήτη, τίτλος που του απονεμήθηκε από τη FIFA, τόσο το 2004, όσο και το 2005.

Συν μία «Χρυσή Μπάλα», εκείνη του 2005, εποχή που αποθεωνόταν ακόμα και στο «Μπερναμπέου» (!), καθώς τα καλύτερα παιχνίδια του, ως ηγέτης της Μπαρτσελόνα, τα έπαιζε κόντρα στη Ρεάλ Μαδρίτης. Ρωτήστε καλύτερα τον Γκούτι και τον Σέρχιο Ράμος, που κακοπέρασαν ως προσωπικοί αντίπαλοι του «Ρόνι»…

Ήταν, λοιπόν, φτιαγμένος για τη «στρατόσφαιρα» του ποδοσφαίρου. Όσο για τα καλύτερα γκολ του, ή τις ντρίπλες του, ένα μόνο σας  γράφουμε: πληκτρολογήστε στη μηχανή αναζήτησης της google τη φράση «Ροναλντίνιο, σβήσιμο τσιγάρου». Και θα σας αποκαλυφθεί το πιο ευφυές γκολ της καριέρας του, με αντίπαλο την Τσέλσι στο «Στάμφορντ Μπριτζ». Ακριβώς επειδή σού έδινε την, παράδοξη για ποδοσφαιριστή, εντύπωση ότι έσβηνε κάποιο τσιγάρο με το δεξί του πόδι, ουδείς κατάλαβε πως η μπάλα κατέληξε μετά στα δίχτυα!

Εκείνο το ματς του 2005 έληξε με 4-2, σκορ καταδικαστικό για την Μπαρτσελόνα, καθώς την άφησε τότε εκτός προημιτελικών του Τσάμπιονς Λιγκ. Έμεινε όμως στην Ιστορία ως ένας «ύμνος χαράς» για τον Ροναλντίνιο, του μόνου ποδοσφαιριστή που εισέπραττε θαυμασμό από κάθε συμπαίκτη του ή αντίπαλό του.

Σαν τη δόξα κι αυτός. Ουδέποτε μισήθηκε.