ΠΡΟΒΑΤΑΚΙΑ ΑΜΙΛΗΤΑ, ΑΓΕΛΑΣΤΑ – ΚΑΝΑΜΕ… ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ!

Κοντεύει ένας χρόνος, από τον Απρίλη του 2017, τότε δηλαδή που έφυγε από τη ζωή ο περίφημος Αμερικανός σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός, Τζόναθαν Ντέμι. Πίσω από την κάμερα έκατσε για πρώτη φορά στα 30 του χρόνια, πρόλαβε λοιπόν, σε βάθος 43 ετών, να γυρίσει 64 ταινίες, βίντεο και ντοκιμαντέρ.

Αλλά όλοι θα τον θυμούνται για δύο, μόνο, από τις 64 δημιουργίες του. Κατ’ αρχήν, για την «Σιωπή των Αμνών» (1991). Ταινία συγκλονιστική, ταινία αξέχαστη και σημαδιακή για όλους, θεατές και συντελεστές. Περισσότερο βέβαια για τον σκηνοθέτη της, όπως και για τον πρωταγωνιστή της, τον Άντονι «Χάνιμπαλ Λέκτερ» Χόπκινς.

Και μετά η «Φιλαδέλφια» (1994), με το ξεχωριστό δίδυμο Τομ Χανκς – Ντενζέλ Ουάσινγκτον να ζορίζει, επί δίωρο, όσους αντιμετώπιζαν τότε τα θύματα του AIDS ως μίασμα της κοινωνίας. Δύσκολη ταινία, αλλά με ιδιαίτερα μεγάλη απήχηση. Κι αυτός ήταν ο στόχος της…

Επί μία τριετία, λοιπόν, ο Ντέμι κυριάρχησε στο Χόλιγουντ, μαζί και στις ψυχές εκατομμυρίων φίλων του κινηματογράφου. Και θα μνημονεύεται παντοτινά, παρ’ όλο που οι αμέσως επόμενες ταινίες του δεν ήταν εξίσου εμπνευσμένες. Η «Αγαπημένη» (1998) μετά βίας εκτιμήθηκε ως μέτρια, ενώ «Η αλήθεια για τον Τσάρλι» (2002) πήγε, όπως λέμε, άπατη!

Και δεν γινόταν διαφορετικά, να ξέρετε. Από τη στιγμή που όλοι κρινόμαστε καθημερινά στις δουλειές μας, κι έχουμε πότε τις καλές, και πότε τις κακές μας μέρες, δεν γινόταν ν’ αποτελέσει εξαίρεση ο Ντέμι. Και χρησιμοποιούμε σήμερα το δικό του παράδειγμα (θα μπορούσαμε να βάλουμε τουλάχιστον άλλους χίλιους στη θέση του…) ακριβώς επειδή πέρασε απότομα από τα ύψη στα χαμηλά.

Χωρίς να θεωρηθεί ότι αδικείται, ή ότι προσβάλλεται από την κριτική που δεχόταν εκείνα τα χρόνια. Και χωρίς ν’ απογοητευθεί ποτέ, φυσικά, απόδειξη ότι πάλεψε μέχρι το τέλος της ζωής του για να ξανακερδίσει το κοινό των σκοτεινών αιθουσών.    

Σε αντίθεση με όλα αυτά που συνέβησαν, κι εξακολουθούν να συμβαίνουν στις ΗΠΑ, στην Ελλάδα άρχισε να διαμορφώνεται μία άλλη πρακτική, όσον αφορά στην άσκηση κριτικής από τα ΜΜΕ. Μη σας πούμε κιόλας ότι κοντεύει να… ποινικοποιηθεί (!), όταν στο επίκεντρο του Τύπου μπαίνει ένα πρόσωπο που τυγχάνει ευρείας αποδοχής, αμέσως μετά από μία προσωπική επιτυχία του. Λες και ότι προηγήθηκε, ή ακολουθεί, στην καριέρα του είναι υποχρεωτικά ο προάγγελος, ή η συνέχεια της επιτυχίας. Λες και για κάποιους, ιδιαίτερα προνομιούχους, δεν ξημερώνει ποτέ άλλη μέρα από εκείνη, την ιδανική της καριέρας τους…

 Για παράδειγμα, δεν επιτρέπεται να κριθεί ο Μίκης Θεοδωράκης για τον πολιτικό λόγο του, επειδή είναι εκ των κορυφαίων στα χρονικά της ελληνικής μουσικής;

Και γιατί οφείλουμε να καταγράψουμε ως ταινιάρα τον «Καζαντζάκη» του Γιάννη Σμαραγδή, ενώ δε συγκρίνεται με μία παλαιότερη, τον «Ελ Γκρέκο» του;

Γιατί είναι ασέβεια να ειπωθεί πως τα ‘κανε μαντάρα σε κάποιο ματς του Ολυμπιακού ο, σπουδαίος κατά τ’ άλλα, Βασίλης Σπανούλης;

Ακόμα-ακόμα, γιατί να είναι όλοι οι Καραμανλήδες «ίσα κι όμοια», ενώ ο θείος (Κωνσταντίνος) έγραψε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ιστορία στην πολιτική σκηνή του τόπου μας, ο δε ανιψιός (Κώστας) περιορίστηκε σε ένα γρήγορο πέρασμα;

Λες και είναι υπέροχο κάθε μοντέλο μίας ιστορικής αυτοκινητοβιομηχανίας, ή ότι δεν υπάρχουν καλές και κακές δημιουργίες για κάποιον φημισμένο σχεδιαστή ρούχων…

 Δεκάδες είναι τα σχετικά παραδείγματα, και μας κάνουν ν’ αναρωτιόμαστε ποικιλοτρόπως. Είναι, άραγε, ένα κέλυφος προστασίας, τόσο καλά φτιαγμένο, που δεν γίνεται να διαρραγεί; Φταίει η δαιμονοποίηση των ΜΜΕ, αν και δεν είναι όλα ελεγχόμενα; Μήπως είναι η τάση μας να ομαδοποιούμαστε, θυσιάζοντας αβίαστα το προσωπικό μας κριτήριο; Παίζει, ίσως, το ενδεχόμενο να υπάγεται πλέον και η κρίση μας στις απανωτές απαγορεύσεις που χαρακτηρίζουν την εποχή μας;

Μήπως όλα αυτά μαζί (κι ακόμα χειρότερα);

Όποιο κι αν είναι το πρόβλημα, όπου κι αν είναι η αιτία του, το σίγουρο είναι ότι πολλοί από εμάς παριστάνουμε ακόμα τα… στρατιωτάκια, που είναι ακούνητα, αμίλητα, κι αγέλαστα! Με τα «στρατιωτάκια» των παιδικών μας χρόνων να έχουν ενηλικιωθεί πλέον, και να θυμίζουν προβατάκια, έτσι όπως υπακούν στο σφύριγμα του τσοπάνη τους…

Το δε παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι πολύς κόσμος αντιδράει στην κριτική όσων ΜΜΕ λειτουργούν ακόμα ανεπηρέαστα παρ’ όλο που βρισκόμαστε σε περίοδο έξαρσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Κι αυτά υποτίθεται ότι δημιουργήθηκαν για να βελτιώσουν την κριτική μας σκέψη κι έκφραση, αντί να την καθοδηγούν τόσο έντονα, που τελικά να την αποδυναμώνουν. Ή μήπως όχι;