ΟΛΟΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ‘ΓΙΝΑΝ… ΒΛΑΚΕΣ ΚΙ ΕΔΩ ΣΥΝΩΣΤΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ «ΞΥΠΝΙΟΙ»

Επτά ώρες, από τις 5 το απόγευμα έως τα μεσάνυχτα της Κυριακής, η ποδοσφαιρική ομάδα του Ολυμπιακού έκοβε άσκοπα (;) βόλτες στη Θεσσαλονίκη. Από το ξενοδοχείο της κατευθείαν στην Τούμπα, ένα πολύ γρήγορο πέρασμα από τον αγωνιστικό χώρο, μετά ατέλειωτο καρτέρι στ’ αποδυτήρια του γηπέδου, εν τέλει φυγάδευση από την Αστυνομία, και μετά πίσω όλοι στα δωμάτιά τους.

Ολόκληρο 7ωρο, χωρίς να κλοτσήσουν καν το τόπι…

Την ίδια βραδιά, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι φίλαθλοι κουβέντιαζαν με τις ώρες, είτε για τη μεγάλη ανατροπή που πέτυχε η Μάντσεστερ Γιουνάϊτεντ σε βάρος της Τσέλσι (κακός της δαίμονας, τα τελευταία χρόνια), είτε για το αναπάντεχο «διπλό» της Μίλαν σε βάρος της Ρόμα του Μανωλά, είτε για την «πεντάρα» της φορμαρισμένης Ατλέτικο στην έδρα της Σεβίλλης. Ο κανόνας τους, από Κυριακή σε Κυριακή.

Για τους Ευρωπαίους φιλάθλους, αν θέλετε να μάθετε, έτσι κυλάνε οι 9 από τους 12 μήνες κάθε χρονιάς. Με ατέλειωτες ποδοσφαιροκουβέντες, με γεμάτα γήπεδα, με δυνατές συγκινήσεις, με τη φαντασία να γίνεται συνήθεια, και το αντίστροφο. Κι όσο πιο ακριβά βάζουν το χέρι στην τσέπη τους, τόσο μεγαλώνει η απόλαυση.

Κι όταν κάποιοι λίγοι, ειλικρινά πολύ λίγοι, πάνε να χαλάσουν τις Κυριακές των πολλών, τους παίρνουν όλοι στο κυνήγι! Πόσο γρήγορα μετατρέπεται ο ξύπνιος σε βλάκα, ούτε που μπορεί κανείς να το διανοηθεί…

Κι όσο αυτές οι ισχυρές δόσεις θεάματος, από τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά γήπεδα, διεισδύουν καθημερινά στα σπίτια μας, από τα κανάλια των συνδρομητικών καναλιών, τόσο μεγαλώνει ο καημός μας για το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Όχι πως ήταν ποτέ αντάξιο του αγγλικού, ή του γερμανικού. Όχι πως μάζευε παικταράδες, όπως παλιότερα το ιταλικό, και στην εποχή μας το ισπανικό. Αλλά είχε μία σεβαστή υπόσταση. Είχε και μεγάλο κοινό. Ενώ τώρα έχει μόνο ασχήμια, κινδύνους, και περιφρόνηση. Η δε χρηματιστηριακή αξία του κυμαίνεται μεταξύ εκείνης ενός μικρού κουτιού μπίρας κι ενός χάρτινου ρολού ταμειακής μηχανής…

Κι όσο μεγαλώνει η δική μας θλίψη για την ποδοσφαιρική κοινωνία της χώρας μας, τόσο αυξάνεται η παραφροσύνη που εκπέμπουν όσοι το διαχειρίζονται. Κι είναι μία μεθόδευση που στοχεύει σε πολύ μεγαλύτερες μάζες από εκείνες που απέμειναν στις εξέδρες των γηπέδων. Επιπλέον, είναι μία «τρέλα» που θολώνει όχι απλώς τις Κυριακές μας, αλλά και κάθε άλλη μέρα της εβδομάδας. Αρκεί να συνειδητοποιήσετε πόσες μέρες μπορεί να κρατήσει μία δημόσια συζήτηση, του τύπου «μα πώς μπορεί να τραυματιστεί κάποιος από ένα ρολό χαρτιού που ξετυλίγεται, ενώ μάλιστα διαγράφει καμπύλη, κι όχι ευθεία, τροχιά»;

Ικανούς μας έχω να το συζητάμε μέχρι να λιώσει  και το τελευταίο κύτταρο του εγκεφάλου μας…

Τέτοιες κουβέντες, λοιπόν, ανοίξαμε την περασμένη Κυριακή, όλοι εμείς οι… ξύπνιοι της Ευρώπης, κι αφήσαμε τους ξένους, που προφανώς τους περνάμε για βλάκες, ν’ ασχολούνται  με την τροχιά που πήρε η μπάλα από το δεξί πόδι του Νεϊμάρ, ή με την ιώβεια υπομονή που επέδειξαν, μέσα στην παγωνιά μάλιστα, οι φίλοι της Γιουβέντους και της Αταλάντα, γνωρίζοντας πως από στιγμή σε στιγμή θ’ αποφασιζόταν, λόγω της έντονης χιονόπτωσης, η αναβολή του ιταλικού ντέρμπι.

«Να πάτε εκεί να ζήσετε» είναι η μόνιμη, πλέον, επωδός όσων δεν αντέχουν ν’ ακούνε από τα χείλη μας ανάλογες συγκρίσεις. Κι η αντίδρασή τους, που κάθε άλλο παρά δημιουργική είναι, σε φέρνει στη δυσάρεστη θέση να παραδεχθείς  πως χειρότεροι από εκείνον που σημαδεύει κεφάλια, στα γήπεδα, είναι όσοι τον παροτρύνουν, δια της επιδοκιμασίας ή της ανοχής τους, να το πράξει. Και μία, και δύο, και τέσσερις φορές, σαν τον 27χρονο που, αντί να βρίσκεται υποχρεωτικά σπίτι του, έγινε αιτία να μη ξεκινήσει ποτέ ο κυριακάτικος αγώνας ΠΑΟΚ-Ολυμπιακού.

Κι επειδή οι άλλοι δεν είναι σαν κι εμάς, τους ξύπνιους, εκείνοι συνεχίζουν  να μετράνε τα τηλεοπτικά δικαιώματα των πρωταθλημάτων τους σε ράβδους χρυσού, ενώ εμείς πάμε ολοταχώς προς τα πίσω: χωρίς τα κανάλια να στέκονται στην ουρά, προκειμένου ν’ αγοράσουν, χωρίς κεντρική διαχείριση, χωρίς στον ήλιο μοίρα!

Κι αντί οι ΠΑΕ να ψάχνουν επειγόντως λύσεις, επενδύοντας όσα χρήματα διαθέτουν στο μέλλον του ποδοσφαίρου, πάνε και τα ρίχνουν όλα στο φανατισμό και την ισοπέδωση. Εμφανίζουν, δε, ως «επικοινωνία» οτιδήποτε συντείνει στην έξαρση της βίας, κι όλα αυτά σε μία κοινωνία που έχει κλονιστεί προ πολλού από άλλες, πιο βαριές παθογένειες.

Κατά τ’ άλλα, ο οπαδός του ΠΑΟΚ μπορεί όντως να καυχιέται ότι κατάφερε να σπάσει όλα τ’ αστυνομικά μπλόκα της Τούμπας, περνώντας στις εξέδρες ολόκληρο… σκούτερ (!), ο οπαδός του Ολυμπιακού ότι μπουκάρει όποια ώρα θέλει στον αγωνιστικό χώρο του «Καραϊσκάκης», ο οπαδός της ΑΕΚ ότι μπορεί να δέρνεται με όποιον θέλει πότε στο λιμάνι του Πειραιά, και πότε σ’ εκείνο του Βόλου, κι ο οπαδός του Παναθηναϊκού ότι σημαδεύει καλύτερα απ’ όλους, πότε το κεφάλι του Βλάνταν Ιβιτς, και πότε το πόδι του Ισλανδού Φινμπόγκασον!

Πού να ξέρουν από τέτοια οι ξένοι, τα κορόϊδα…