Ο ΧΑΜΟΣ ΤΟΥ ΗΡΩΑ ΠΙΛΟΤΟΥ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟ ΔΡΟΜΟ: ΩΣ ΕΔΩ ΚΑΙ ΜΗ ΠΑΡΕΚΕΙ

Του Νίκου Σταματάκη

Συγκλόνισε τον Ελληνισμό ο άδικος χαμός ενός από τους πιο έμπειρους πιλότους της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, του 34χρονου Γιώργου Μπαλταδώρου, του οποίου το μαχητικό Μιράζ 2000 κατέπεσε στα γαλανά νερά του Αιγαίου λίγα χιλιόμετρα πριν προσγειωθεί στο αεροδρόμιο της Σκύρου.  Επρόκειτο για έναν από τους πιο έμπειρους πιλότους, με πολλές εκατοντάδες ώρες πτήσεων στο ενεργητικό του και αμέτρητες αναχαιτίσεις τουρκικών αεροσκαφών.

Ποια τα αίτια της πτώσης του μαχητικού;  Εχει καταρχήν αποκλειστεί η κατάρριψη από τουρκικά πυρά και φαίνεται ότι σημαντικό ρόλο έπαιξε η ιδιαίτερα χαμηλή νέφωση στην περιοχή.  Γιατί όμως δεν λειτούργησαν τα ηλεκτρονικά συστήματα του αεροσκάφους που προειδοποιούν για προσέγγιση στην επιφάνεια; Τα τεχνικά ερωτήματα θα απαντήσει η σχετική έρευνα, ενώ πάντοτε υπάρχει και το περιθώριο ανθρώπινου λάθους.  Ωστόσο, ο Γιώργος Μπαλταδώρος δεν είναι μόνος, καθώς τα περιστατικά είναι αρκετά και το γεγονός αυτό ασφαλώς έχει σοβαρές αιτίες που δεν σχετίζονται με τις ικανότητες της Πολεμικής Αεροπορίας – μια από τις καλύτερες του κόσμου – αλλά με την ακολουθούμενη πολιτική.

Εχουν συμπληρωθεί τρεις δεκαετίες αναχαιτίσεων και αυτή η αδιέξοδη κατάσταση από μόνη της αναδεικνύει το πρόβλημα.  Στη ρίζα του προβλήματος βρίσκεται η παγκόσμια ιδιοτυπία της Ελλάδας να έχει εναέριο χώρο δέκα μιλίων από τις ακτές, ενώ η εδαφική κυριαρχία παραμένει στα έξι, δίνοντας λαβή για αμφισβητήσεις των ορίων του εναέριου χώρου.  Το θέμα θα μπορούσε να είχε λυθεί με την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, που θα σήμαινε και ταυτόχρονη επέκταση του ελληνικού εναέριου χώρου.  Όμως από το 1974 και μετά, σειρά υποχωρήσεων των ελληνικών κυβερνήσεων, που στην ουσία άφησαν περιθώρια στην Τουρκία να αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο και να επιχειρεί να κατοχυρώσει «γκρίζες ζώνες», οδήγησαν στο αδιέξοδο. Στην ουσία κλήθηκαν οι πιλότοι της ελληνικής αεροπορίας να καλύψουν τα σφάλματα και το κενό πολιτικής που άφησαν σειρά ανίκανων κυβερνώντων.  Με τις ηρωικές τους αερομαχίες δεν αφήνουν περιθώρια στους Τούρκους για έμπρακτες αμφισβητήσεις.

Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρισθεί η παρέμβαση των διεθνών παραγόντων – ιδιαίτερα των ΗΠΑ, αλλά και της Ρωσίας, που με τον ένα τρόπο ή τον άλλο έθεταν ένα σιωπηρό «βέτο» στην ιδέα της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια.  Οι ΗΠΑ φέρουν στην περίπτωση αυτή τεράστια ευθύνη, επειδή εξαρχής «χάιδευαν» την Τουρκία, μη θέλοντας να τη δυσαρεστήσουν, οτιδήποτε και αν διεκδικούσε.  Την θεωρούσαν από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου σαφώς πολυτιμότερη στρατηγικά απέναντι στον «κομμουνιστικό κίνδυνο» και επομένως οτιδήποτε θα μπορούσε να διαταράξει την ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ, είτε κατέληγε στις καλένδες, είτε είχε πρακτικά αποτελέσματα υπέρ των τουρκικών θέσεων.  Οι ρωσικές αντιρρήσεις θα μπορούσαν να καμφθούν με την θεσμοθέτηση «διαύλων διελεύσεως» στο Αιγαίο και ίσως με την παραχώρηση διευκολύνσεων και αγκυροβολίων, όπως άλλωστε γίνεται και σήμερα.

Αλλά οι δεδομένες αντιρρήσεις ΗΠΑ και Ρωσίας δεν μειώνουν καθόλου τα απαράδεκτα λάθη και την φοβία διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων, που επέτρεψαν το απαράδεκτο φαινόμενο των παραβιάσεων και αναχαιτίσεων.   Το γεγονός ήταν – και ακόμα εξακολουθεί να είναι σε κάποιο βαθμό – ότι η Ελλάδα διέθετε υπεροπλία στον αέρα, αλλά και στην θάλασσα και ότι ο ελληνικός εναέριος χώρος ήταν και είναι πλήρως καλυμμένος από μια σύγχρονη αντιαεροπορική άμυνα, μια από τις πιο σύγχρονες παγκοσμίως.  Μια στοιχειωδώς επαρκής ελληνική κυβέρνηση θα επέλεγε σε κάποια δεδομένη στιγμή να στείλει το μήνυμα, τόσο στην Αγκυρα, όσο και σε ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, Ε.Ε., Ρωσία, ότι τα απαράδεκτο αυτό καθεστώς θα λάβει τέλος.

Μια τέτοια κατάλληλη στιγμή έχουμε και σήμερα.  Με την τουρκική αεροπορία αποδεκατισμένη εξαιτίας των εκκαθαρίσεων των πιλότων μετά το πραξικόπημα, με τις τουρκικές δυνάμεις να έχουν εμπλακεί σε μακρόχρονο πόλεμο στη Συρία και την Τουρκία να βρίσκεται σε καθεστώς απομόνωσης στο δυτικό στρατόπεδο, μετά την πρόσφατη συμμαχία της με τη Ρωσία και το Ιράν, δεν νομίζουμε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να περιμένει καλύτερη συγκυρία.  Η Τουρκία άλλωστε το γνωρίζει αυτό και για τούτο η πολιτική και στρατιωτική της ηγεσία συχνά-πυκνά κραυγάζει ότι «δεν θα δεχθεί τετελεσμένα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο» και ότι  είναι «έτοιμη για δυόμιση πολέμους».  Η αλήθεια είναι ότι η Τουρκία αποδείχτηκε στρατιωτικά ανεπαρκής ακόμα και για τον μισό πόλεμο που διεξάγει στη Συρία και δεν έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τον κουρδικό κίνδυνο στο εσωτερικό της.  Οι λεονταρισμοί της δεν πείθουν…

Αυτή τη στιγμή πολλά ξένα κέντρα αποφάσεων στη Δύση, αλλά και στη Ρωσία έχουν συμφέρον να σπρώξουν Ελλάδα και Τουρκία σε θερμό επεισόδιο ή εμπλοκή. Η μεν Ρωσία για να προκαλέσει το τελικό ρήγμα στο ΝΑΤΟ, η δε Δύση για να ρίξει τον Ερντογάν και να επαναφέρει την Τουρκία στο μαντρί – ενώ θα έχει ταυτόχρονα καταφέρει να βάλει και τις δύο χώρες και το τεράστιο στρατηγικό πεδίο που ελέγχουν (μαζί με τον πλούτο των υδρογονανθράκων) σε καθεστώς «διεθνούς εποπτείας», με ότι σημαίνει αυτό.

Αντί λοιπόν να συνεχίζουμε επί δεκαετίες να εκπαιδεύουμε τους Τούρκους πιλότους, ρισκάροντας τις ζωές των δικών μας και σπαταλώντας εκατοντάδες εκατομμύρια σε υλικό και καύσιμα, έχει έρθει μάλλον η στιγμή να δοθεί στους απέναντι, αλλά και διεθνώς το μήνυμα ότι ΩΣ ΕΔΩ ΚΑΙ ΜΗ ΠΑΡΕΚΕΙ.

Δεν μας έκανε εντύπωση άραγε ότι οι Τούρκοι ψαράδες που αλώνιζαν στο Αιγαίο, σταμάτησαν να παραβιάζουν τους κανόνες με το που φοβήθηκαν ελληνικά αντίποινα για την απαγωγή των δύο στρατιωτών στον Εβρο; Το ίδιο πιθανότατα θα πράξουν και οι στρατιωτικές δυνάμεις της Τουρκίας μόλις λάβουν το κατάλληλο μήνυμα. Δεκαετίες φοβικών πολιτικών από ανίκανες ελληνικές ηγεσίες πρέπει να λάβουν τέλος.

*Ο Νίκος Σταματάκης είναι διδάκτωρ κοινωνικών επιστημών, διεθνολόγος, που ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη.