Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Του Αντώνη Καρακούση.

Ανατρέχοντας στην παγκόσμια ιστορία, διαπιστώνει κανείς ότι η παρούσα περίοδος μόνο με εκείνη του Μεσοπολέμου μπορεί να συγκριθεί. Και ιδιαιτέρως με τη μετά το αμερικανικό κραχ του 1929 εποχή, στη διάρκεια της οποίας αμφισβητήθηκαν σύνορα, συμμαχίες, κόμματα, ηγεσίες, ιδεολογίες, τα πάντα. Ενενήντα χρόνια λοιπόν μετά τη μεγάλη ύφεση και αφού μεσολάβησε, πριν από δέκα χρόνια, η χρηματοπιστωτική κρίση των ΗΠΑ, η οποία μετανάστευσε στην Ευρώπη χτυπώντας πρώτα στην υπερχρεωμένη Ελλάδα, όλα τελούν υπό αίρεση και αμφισβήτηση.

Η μεγάλη ύφεση που ακολούθησε το κραχ του 1929 όξυνε τις αντιθέσεις, διεύρυνε τις ανισότητες και προκάλεσε μοναδικές πολιτικές εντάσεις. Στις ΗΠΑ εκδηλώθηκε με πρωτοφανή ανεργία, γενικευμένη φτώχεια και ατέλειωτες ουρές πεινασμένων στα συσσίτια των Εκκλησιών και των δημοτικών πτωχοκομείων. Στην Ευρώπη, και ιδιαιτέρως στη Γερμανία, με εξουθενωτική πληθωριστική έξαρση, που ευτέλισε εισοδήματα και αποταμιεύσεις. Στην Αμερική ανεδείχθησαν ο Ρούζβελτ και ο Κέινς με τη νέα οικονομική και κοινωνική πολιτική του new deal και στη Γερμανία ο Χίτλερ, το ναζιστικό εθνικολαϊκιστικό κόμμα και μαζί τους η στρατοκρατία και εν τέλει ο πόλεμος, ο οποίος και έκρινε την πορεία του κόσμου.

Η Ιστορία βεβαίως επαναλαμβάνεται μόνο ως φάρσα, είχε αποφανθεί ο Κάρολος Μαρξ, ωστόσο, τηρουμένων των αναλογιών, η παρούσα κρίση αποδίδει αντίστοιχα φαινόμενα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι διεθνείς αναλυτές περιγράφουν τη σημερινή εποχή ως αναθεωρητική.

Ποιος περίμενε άλλωστε ότι στις ΗΠΑ θα επικρατούσε μια περιθωριακή φιγούρα της Ακροδεξιάς, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ; Ποιος φανταζόταν πριν από μερικά χρόνια ότι η Μεγάλη Βρετανία θα αποχωρούσε από την Ευρωπαϊκή Ενωση ή ότι η Ιταλία θα αναζητούσε τη σωτηρία της στους πολιτικούς κληρονόμους του Μουσολίνι;

Επίσης μέχρι πρότινος, για να έλθουμε στην καθ’ ημάς Ανατολή, ουδείς μπορούσε να προβλέψει ότι η επίσημη τουρκική ηγεσία θα αμφισβητούσε τον γεννήτορα της σύγχρονης Τουρκίας Κεμάλ Ατατούρκ και θα διεκδικούσε την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης.

Ακόμη ουδείς Ελληνας ηγέτης, που έχει υποτυπωδώς διδαχθεί Ιστορία, θα μπορούσε να ξενυχτάει συζητώντας το ενδεχόμενο η γειτονική πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας να ονομαστεί «Δημοκρατία της Μακεδονίας του Ιλιντεν». Να αντιμετωπίζει δηλαδή το ενδεχόμενο να προσφέρει στη γείτονα όνομα που παραπέμπει ευθέως στην ιδρυτική πράξη του «μακεδονικού έθνους» και αποτελεί σύμβολο του αλυτρωτισμού των γειτόνων. Πώς είναι δυνατόν να ξεπερνά τον μέχρι σήμερα συζητούμενο γεωγραφικό προσδιορισμό με μια ημερολογιακή πράξη, που σπέρνει την αμφιβολία σε ολόκληρη την περιοχή;

Για να μην αναφερθούμε στα τόσα, ιδεοληπτικά και άλλα, που κρατούν τη χώρα δεσμευμένη σε τροχιά υπανάπτυξης και σε διαρκή κύκλο χαμένων ευκαιριών.

Επειδή λοιπόν η εποχή είναι αναθεωρητική και οι κίνδυνοι περισσεύουν σε όλα τα μέτωπα της εθνικής, της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής, χρειάζονται αν μη τι άλλο συστηματικότητα, ιεραρχήσεις και εθνικό σχέδιο ανόρθωσης και ανασυγκρότησης.

Κακά τα ψέματα, η Ιστορία σπέρνει σημάδια και δείχνει τον δρόμο του μέλλοντος.

Χωρίς αμφιβολία, η επόμενη δεκαετία επιφυλάσσει πολλά στην Ευρώπη, στην Ελλάδα και στους γείτονές της. Γι’ αυτό η χώρα μας είναι απαραίτητο πρώτα να ασφαλίσει την οικονομία και τη Δημοκρατία της, ακολούθως να θωρακίσει την άμυνά της και μαζί να επιλέξει τους συμμάχους της, να διαλέξει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει.

Και βεβαίως να εκλέξει επιτέλους ηγεσία, ικανή να ανταποκριθεί στα δύσκολα και απαιτητικά επερχόμενα…

Πηγή: εφημερίδα «Το Βήμα».