Ξ.ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ: Η ΕΥΡΩΠΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΗ ΜΕ ΝΕΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ

Του Ξενοφώντα Κοντιάδη.

Δεν πρόκειται για απειλές όπως αυτές που οδήγησαν στην άνοδο ναζιστικών και φασιστικών καθεστώτων τον Μεσοπόλεμο, αλλά για την ανάδυση ενός νέου τύπου πολιτεύματος, που διεθνώς αποκαλείται «μη φιλελεύθερη» ή «ανελεύθερη» δημοκρατία.  Πρόκειται για πολιτικούς ηγέτες, τους οποίους πολλοί χαρακτηρίζουν χαρισματικούς, που έχουν αναδειχθεί επικεφαλής κυβερνήσεων μετά από εκλογικές διαδικασίες, όμως γρήγορα απενεργοποίησαν τα θεσμικά αντίβαρα και αποδυνάμωσαν βασικές δικαιοκρατικές εγγυήσεις. Παρότι η δράση τους εμφανίζεται τυπικά να ακολουθεί νομιμοφανείς διαδικασίες, στην πράξη ακυρώνουν τις διάφορες μορφές ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας, θέτουν υπό την επιρροή τους τα μέσα ενημέρωσης, καταστρατηγούν τη δικαστική ανεξαρτησία και ποδηγετούν την κοινωνία πολιτών. Παραδείγματα αυτής της εκφυλισμένης μορφής πολιτεύματος αποτελούν η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Τουρκία και η Ρωσία. Στην Ουγγαρία ο λαοφιλής πρωθυπουργός Βίκτoρ Ορμπάν αύξησε τον αριθμό των δικαστών του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ορίζοντας δικαστές της επιλογής του και μετέβαλε τη δικαιοδοσία του. Στα τακτικά δικαστήρια μείωσε την ηλικία συνταξιοδότησης για να απομακρύνει τους μη ελεγχόμενους από τον ίδιο προέδρους. Σε όλες τις προηγούμενες χώρες τέθηκαν σοβαροί περιορισμοί στην πολιτική αντιπολίτευση, παραβιάζονται συστηματικά τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι διαφωνούντες κινδυνεύουν με φυλάκιση. Η απαξίωση του ρόλου των κοινοβουλίων και των πολιτικών κομμάτων συμπληρώνει την εικόνα αποσύνθεσης του δημοκρατικού κράτους δικαίου.

Το κύριο χαρακτηριστικό αυτών των καθεστώτων είναι η λαϊκιστική διακυβέρνηση. Ο λαϊκισμός προκαλεί μια ρηχή ηθικοποίηση της πολιτικής, που μετατρέπει τον πολιτικό διάλογο σε κυνήγι μαγισσών ή, αλλιώς, σε μια πολιτικά κενή αντιπαράθεση περί ατομικής ευθύνης, απομακρύνοντας τον από τον αναγκαίο αναστοχασμό για την οργάνωση των αντιπροσωπευτικών θεσμών, για το κράτος, τα θεσμικά αντίβαρα και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Ο λαϊκισμός στην κυβερνητική εξουσία συνεπάγεται την απόπειρα άλωσης του κρατικού μηχανισμού, τις μαζικές πελατειακές σχέσεις, την περιστολή της κοινωνίας πολιτών και της έκφρασης αντιλόγου.

Η δυσπιστία απέναντι στην πολιτική εξουσία δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την ιδιώτευση, αλλά ως στοιχείο της δημοκρατικής αρετής της επαγρύπνησης εκφράζεται μέσα από τις ποικίλες πρακτικές της «αντι-δημοκρατίας», που συγκροτούν ένα σύστημα παράλληλο προς τους παραδοσιακούς θεσμούς αντιπροσώπευσης. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι οι διαδρομές σε αυτό το παράλληλο σύστημα, το οποίο καταρχήν κατοχυρώνεται θεσμικά με βάση τις δικαιοκρατικές συνταγματικές εγγυήσεις, διολισθαίνουν σε έναν μηδενιστικό και λαϊκιστικό, αντιφιλελεύθερο λόγο.

Η απαξίωση, ο εκφυλισμός και οι απειλές κατά των δημοκρατικών θεσμών κάνουν την εμφάνισή τους και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, με την ενίσχυση των εθνολαϊκιστικών κομμάτων. Πρόσφατα παραδείγματα αποτελούν η Ιταλία (επικράτηση του Κινήματος των Πέντε Αστέρων), η Γαλλία (ραγδαία άνοδος της Λεπέν), η Γερμανία (AFD), η Τσεχία και η Αυστρία.

Θα επιδείξουν ανθεκτικότητα οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες; Ανθεκτικότητα σημαίνει ικανότητα ανάκαμψης από τις επιπτώσεις επικίνδυνων γεγονότων χωρίς να αλλοιώνεται η φυσιογνωμία συγκεκριμένων θεσμών ή οργανισμών (Ξ. Κοντιάδης/Α. Φωτιάδου, «Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος», 2016). Για χώρες όπως η Τουρκία ή η Ρωσία αυτή η ανάκαμψη δεν μοιάζει πιθανή. Ωστόσο, για όσες χώρες ανήκουν στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης θα ήταν πρόωρο να υποστηριχθεί ότι η κατάσταση είναι μη αντιστρέψιμη. Προϋπόθεση για την ανθεκτικότητα της δημοκρατίας στην Ευρώπη είναι να αναλάβουν το συντομότερο πολιτικές πρωτοβουλίες, τόσο η Ευρωπαϊκή Ενωση, όσο και τα ισχυρότερα κράτη-μέλη.

*Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, πρόεδρος του Ιδρύματος Τσάτσου.
Πηγή: εφημερίδα «Πρώτο Θέμα».