ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ: Η ΘΕΣΜΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΑΛΗ

Του Αλέξη Σταμάτη.
Το ποδόσφαιρο. Ενα από τα δημοφιλέστερα αθλήματα στον κόσμο. Ενα παιχνίδι ανάμεσα σε δύο ομάδες από έντεκα παίκτες, με τους παίκτες να κλωτσούν μια μπάλα προσπαθώντας να πετύχουν γκολ, να την περάσουν δηλαδή από τη νοητή γραμμή που ορίζουν τρία παραλληλόγραμμα δοκάρια.
Ιστορικά είναι καταγεγραμμένα αρκετά παιχνίδια όπου οι παίκτες κλωτσούν μια μπάλα, όπως το «επίκουρος» στην αρχαία Ελλάδα, το «harpastum» στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το «woggabaliri» στην Αυστραλία και το «cuju» στην Κίνα. Το ποδόσφαιρο όπως το ξέρουμε σήμερα δημιουργήθηκε από την ελίτ στην Αγγλία και μεταφέρθηκε αργότερα και στις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις. Στην Ελλάδα εμφανίζεται πριν από τις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν στα ελληνικά λιμάνια ελλιμενίζονταν αγγλικά πολεμικά πλοία και οι ντόπιοι έβλεπαν τους ναύτες.
Οι ρίζες είναι, όπως και σε όλα τα μαζικά φαινόμενα, πολιτικές. Κάποια στιγμή οι εργάτες κέρδισαν το δικαίωμα του ελεύθερου απογεύματος του Σαββάτου, οπότε δημιουργήθηκε η ανάγκη αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου τους και έτσι το ποδόσφαιρο ήταν αυτό που κάλυψε αυτή την ανάγκη. Η πρωτοφανής διάδοσή του σε ολόκληρο τον κόσμο οφείλεται κυρίως στους Αγγλους ναυτικούς, οι οποίοι, λόγω της μεγάλης εμπορικής δραστηριότητας της Βρετανικής Αυτοκρατορίας διέδωσαν το ποδόσφαιρο στις βρετανικές αποικίες και από εκεί σε ολόκληρη την υφήλιο. Επιπλέον πρόκειται για ένα απλό άθλημα με απλούς κανονισμούς που επιτρέπει σχεδόν στον καθένα να συμμετάσχει.
Το ποδόσφαιρο έχει δώσει τροφή για έμπνευση σε πολλούς καλλιτέχνες απ’ όλο το φάσμα των τεχνών: «Ο φόβος του τερματοφύλακα μπροστά στο πέναλτι», η ταινία του Βιμ Βέντερς, η «Φανέλα με το 9», το βιβλίο του Μένη Κουμανταρέα που διασκεύασε στο σινεμά ο Παντελής Βούλγαρης, «Ο πυρετός της μπάλας», το μυθιστόρημα του Νικ Χόρνμπι, η βρετανική ταινία «Κάν’ το όπως ο Μπέκαμ», είναι μόνο κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα. Τι ωθεί όμως έναν δημιουργό, στην περίπτωση έναν μυθιστοριογράφο, να εμπνευστεί από το δημοφιλέστερο των αθλημάτων; Η μυθοποίηση, η ένταση, το πάθος, το παιχνίδι, η ατμόσφαιρα μέσα και έξω από το γήπεδο;
Το γήπεδο για πολλούς λογοτέχνες είναι ένας ιερός χώρος όπου καθαγιάζεται μια μεταφορική μάχη που διαθέτει ποικίλες προεκτάσεις και εντελώς ιδιαίτερη αισθητική. Ο συγγραφέας δεν επικεντρώνεται μόνο στην μπάλα, αλλά σε ολόκληρη τη μυθολογία ενός ματς που περιλαμβάνει την εξέδρα, τον πάγκο, μέχρι και τις αντιδράσεις του τερματοφύλακα της επιτιθέμενης ομάδας. Και μια και η πεζογραφία, τουλάχιστον, είναι μυθοπλασία, περιλαμβάνει και ολόκληρο τον περί του ποδοσφαίρου κόσμο, ένα περιβάλλον που, όπως καλά γνωρίζουν οι παροικούντες την ποδοσφαιρική Ιερουσαλήμ, φωτίζεται από ένα «αγγελικό και μαύρο φως», το οποίο συχνά γίνεται δυστυχώς κατάμαυρο. Ενα ιδιαίτερο περιβάλλον, μικρογραφία της κοινωνίας, που ζει και κινείται γύρω από ένα παιχνίδι, μια δηλαδή «θεσμικά οργανωμένη σύγκρουση», μια μάχη. Περιττό να αναφερθώ στο ότι οι συγκρούσεις είναι δομικά κεφαλαιώδεις, αποτελούν τις τεκτονικές πλάκες ενός πετυχημένου μυθιστορήματος.
Το ποδόσφαιρο, όπως και να το κάνουμε, είναι ένα κατ’ εξοχήν ανδρικό παιχνίδι. Για κάθε άνδρα, η επιβίωση στην κοινωνία είναι μια μικρή μάχη. Το αρσενικό μπαίνει σε αυτόν τον πόλεμο για να τον κερδίσει και αυτό παράγει ένα μεγάλο ποσοστό έντασης και οργής. Μιας έντασης, ωστόσο, την οποία, ως πολιτισμένο ον, δεν μπορεί να τη διοχετεύσει ατόφια κάπου, δεν μπορεί να εκφράσει άμεσα την υπερχείλιση της οργής του. Εξ ου και βρίσκει την ισορροπία σε μια κοινωνικά αποδεκτή συγκρουσιακή δραστηριότητα, η οποία ενέχει το άλλοθι της θεσμοποιημένης πάλης. Ο σύγχρονος εχένους άνδρας δεν μπορεί να πάρει ένα Καλάσνικοφ ή ένα τσεκούρι και να βγει έξω. Είναι αναγκασμένος να μεταθέσει την οργή του σε κάτι μαζικά αποδεκτό, θεσμοποιημένο, μια κοινωνικά παραδεκτή σύγκρουση. Η μεταθετημένη πάλη που ένα μεγάλο ποσοστό ανδρών του πλανήτη έχει συνειδητά ή ασυνείδητα επιλέξει είναι το ποδόσφαιρο. Δεν είναι λοιπόν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα για λογοτεχνική επεξεργασία;
Λογοτεχνία όμως σημαίνει και «ένας άλλος τρόπος να δεις» και μέσα από την πλοκή των συγκεκριμένων μυθιστορημάτων προκύπτουν καταστάσεις, οι οποίες προσλαμβάνουν έως και οικουμενική διάσταση, τέτοιες που κάποιος δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα αναδύονταν μέσα από ένα απλό παιχνίδι με δύο ενδεκάδες να προσπαθούν να βάλουν μια μπάλα η μία στην εστία της άλλης.
Ο κόσμος συνήθως θεωρεί ότι ο λογοτέχνης είναι ένας σκοτεινός, βαρύς τύπος βυθισμένος στα βιβλία, ο οποίος ζει σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο αγκαλιά με τα «φαντάσματα» του και δεν έχει και ιδιαίτερη σχέση με τον κόσμο, πόσω μάλλον με ένα λαϊκό άθλημα όπως το ποδόσφαιρο. Μέγα λάθος. Μερικοί συγγραφείς μας υπήρξαν και είναι φανατικοί φίλαθλοι, κάποιοι μάλιστα έχουν παίξει και ποδόσφαιρο, όπως λόγου χάρη ο Νάσος Βαγενάς, ο οποίος έλαμψε ως παίκτης του Εθνικού Πειραιώς και της Εθνικής Νέων πριν τον κερδίσουν τα γράμματα.
Ισως κορυφαίος ανάμεσα στους ποδοσφαιρόφιλους λογοτέχνες μας είναι ο μεγάλος Μανόλης Αναγνωστάκης. Πραγματικός λάτρης της στρογγυλής θεάς, ο οποίος μάλιστα έχει γράψει και το περίφημο κείμενο «Αγιαξ για πάντα», μια ωδή στη μεγάλη ομάδα του Κρόιφ, όταν μεσουρανούσε με το τόταλ φουτμπόλ του Ρίνους Μίχελς. Το σχετικό απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό: «Εραστές της μπάλας όλου του κόσμου, παραμερίστε! Περνά η μεγάλη Κυρία των γηπέδων (αυτή η πραγματική Κυρία και όχι οι ψιμυθιωμένες εταίρες των πολυεθνικών). Περνά ο μεγάλος ΑΓΙΑΞ!».
Ας ακούσουμε και τον σπουδαίο Νίκο Εγγονόπουλο να μας λέει: «…στα γκολπόστ/ άγρυπνοι / ακοίμητοι φρουροί / πανέτοιμοι / το μάτι εδώ εκεί / να γρηγορούμε / μην αρχίσουνε να πέφτουνε / τα τέρματα βροχή / και / ηττηθούμε».
Θα μου επιτρέψετε να κλείσω με μια προσωπική αναφορά. Είμαι Ολυμπιακός από τότε που με θυμάμαι. Το πρώτο ματς που είδα στη ζωή μου, πιτσιρίκος ακόμη, στο Στάδιο «Καραϊσκάκης» αποτελεί την έως τώρα μεγαλύτερη νίκη στην ιστορία μας (Ολυμπιακός – Φωστήρας 11-0). Από τότε ο Θρύλος είναι μια από τις απόλυτες σταθερές της ζωής μου. Τη δεκαετία του ’90, όταν έγραφα ποίηση, είχα συμπεριλάβει σε μια ποιητική μου συλλογή ένα ποίημα για το ωραιότερο γκολ που έχω δει στη ζωή μου, το οποίο πέτυχε ο Γιώργος Δεληκάρης, το ίνδαλμα της εφηβείας μου, κατά της Εθνικής Γερμανίας και του μεγάλου της τερματοφύλακα Σεπ Μάγερ. Κλείνοντας, θα ήθελα να το παραθέσω:
Το βλέμμα του Σεπ
Το Νοέμβρη του ’74 / τότε που ο ιδρώτας ήταν ιδρώτας / μέσα στο καταμεσήμερο / την είδε να έρχεται από αριστερά / συστημένη από τον κοντό / την αιώνια εκείνη ερωμένη
Ως να ολοκληρωθεί η καμπύλη / εικόνες ποικίλες πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό του. / Ισως ήταν της παλιάς κουζίνας η ταγκή μυρωδιά / η αγάπη του για τα υγρά δωμάτια / ή και η πλακόστρωτη αυλή στη Δραπετσώνα.
Ισως να ήταν οι εικόνες αυτές / που ύψωσαν το σώμα σε μια τέτοια εναέρια στρέβλωση / που κανένας όρος δεν μπόρεσε ποτέ να περιγράψει.
Η αφή του πανιού ήταν γλυκιά / και το αποτέλεσμα βέβαιο,/ ο Σεπ απλά κοιτούσε.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο «Βήμα». Ο κ. Αλέξης Σταμάτης είναι συγγραφέας.