«ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ» ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ;

Του Σπύρου Βλαχόπουλου

Μεταξύ πολιτικών επιλογών και δικαστικών κρίσεων υφίστανται ορισμένες θεμελιώδεις διαφορές, αφού η ορθότητα μιας πολιτικής απόφασης δεν κρίνεται από τα δικαστήρια αλλά από το εκλογικό σώμα. Ακόμα δε και όταν τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας λαμβάνουν εσφαλμένες αποφάσεις, αυτές δεν είναι και κατ’ ανάγκην παράνομες. Ειδικά όσον αφορά το Μακεδονικό, η διαχείρισή του έχει προεχόντως πολιτικό χαρακτήρα και δύσκολα μπορεί να μεταφερθεί –και πολύ περισσότερο να επιλυθεί– στις δικαστικές αίθουσες.

Τα ανωτέρω βέβαια δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχουν και ορισμένες νομικές διαστάσεις στα πολιτικά ζητήματα, προεχόντως διαδικαστικού χαρακτήρα, που κατ’ εξαίρεσιν μπορούν να ελεγχθούν από τα δικαστήρια. Σοβαρές νομικές πτυχές υπάρχουν και στη συμφωνία των Πρεσπών. Ηδη την αρθρογραφία την απασχόλησε το ζήτημα, εάν για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα όπως το Μακεδονικό, θα έπρεπε να είχε εκφρασθεί η συναίνεση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, ήδη πριν από την υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών και ανεξάρτητα από την εκ των υστέρων κύρωσή της.

Μέσα στο γενικότερο αυτό πλαίσιο εντάσσεται και η 199/2018 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατ’ αρχάς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε επί αίτησης αναστολής εκτέλεσης (ασφαλιστικών μέτρων) δώδεκα Παμμακεδονικών Ενώσεων, Συλλόγων και Ομοσπονδιών που στρεφόταν κατά της διοικητικής πράξεως υπογραφής της συμφωνίας των Πρεσπών από τον υπουργό Εξωτερικών. Η απόρριψη της αίτησης αυτής από το Συμβούλιο της Επικρατείας ήταν εύλογη και αναμενόμενη. Στο πλαίσιο της αίτησης αναστολής εκτέλεσης δεν κρίνεται κατά κανόνα η νομιμότητα ή παρανομία μιας διοικητικής πράξης, αλλά η αποτροπή μιας ανεπανόρθωτης βλάβης που πρόκειται να επέλθει πολύ σύντομα. Επιπλέον, η βλάβη αυτή πρέπει να αφορά άμεσα και προσωπικά όσους προσφεύγουν στο δικαστήριο και όχι τρίτα πρόσωπα. Τέτοια περίπτωση δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, αφού η αναθεώρηση των σχολικών εγχειριδίων Ιστορίας δεν είναι σίγουρο ότι θα συμβεί και προς ποια κατεύθυνση θα κινείται, ενώ ο ισχυρισμός περί απώλειας της ονομασίας «Μακεδονικό» για τα ελληνικά προϊόντα δεν αφορούσε άμεσα και προσωπικά τις οργανώσεις που προσέφυγαν στο δικαστήριο. Γενικά πάντως, η διατύπωση της απόφασης είναι πολύ προσεκτική, αναφέροντας ότι δεν προκύπτει η δημιουργία μη αναστρέψιμων «νομικών» καταστάσεων. Για τη δημιουργία μη αναστρέψιμων «πραγματικών», de facto καταστάσεων το Δικαστήριο δεν λαμβάνει θέση.

Τέλος, μια προσεκτική ανάγνωση της απόφασης παρέχει επαρκείς ενδείξεις πιθανολόγησης και για την έκβαση της κύριας δίκης που πρόκειται να διεξαχθεί στις 7.12.2018. Το δικαστήριο εκφράζει τις έντονες επιφυλάξεις του κατά πόσο θα εξετάσει την ουσία της υπόθεσης τον Δεκέμβριο, αφού σύμφωνα με τη θεωρία των «κυβερνητικών πράξεων» οι πράξεις των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας που αφορούν τις διεθνείς σχέσεις της χώρας δεν προσβάλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το εάν βέβαια συνάδει με το Σύνταγμα κάποιες πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας να εξαιρούνται ολοκληρωτικά από τον δικαστικό έλεγχο, είναι μια άλλη συζήτηση που διεξάγεται εδώ και δεκαετίες μεταξύ θεωρίας και νομολογίας.

* Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ.

Πηγή: «Καθημερινή της Κυριακής».