ΑΠΟΨΕΙΣ

ΕΜΒΑΘΥΝΟΥΝ ΤΑ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ;

Της Λίνας Παπαδοπούλου*: Ενισχύουν τη νομιμοποίηση. 

​​Το Κοινοβούλιο δεν αποτελεί πια το «υπερεγώ» ενός αμόρφωτου και απομακρυσμένου από τα κέντρα άσκησης της εξουσίας λαού, αλλά μάλλον τον καθρέφτη του. Οι πολίτες είναι πλέον εξίσου, αν όχι περισσότερο, μορφωμένοι από τα μέλη του αντιπροσωπευτικού σώματος. Οι πολιτικοί στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας έχουν υποχρέωση να προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες για την ορθότητα των αποφάσεών τους, όχι μόνον για την ικανότητά τους να τους αντιπροσωπεύουν – ιδίως σε μια εποχή μιντιακής δημοκρατίας, όπου το φαίνεσθαι (των πολιτικών προσώπων) υπερκεράζει συχνά των είναι (των πολιτικών επιλογών τους).

Δεν μπορούν όλες οι χώρες να μετατραπούν σε Ελβετία, τόσο λόγω μεγέθους όσο και λόγω οικονομικής επιφάνειας (το πρώτο δεν ισχύει και τόσο για την Ελλάδα, ισχύει όμως το δεύτερο). Ωστόσο, η δυνατότητα του λαού να εκφράζεται για ορισμένα κρίσιμα θέματα υψηλής πολιτικής (π.χ. η ένταξη στην ΟΝΕ) ή και χαμηλής (π.χ. η εγκατάσταση στην περιοχή ανεμογεννητριών) ενδυναμώνει τη δημοκρατία. Ενεργοποιεί τους πολίτες και στο μεταξύ των εκλογών διάστημα και αναγκάζει τους πολιτικούς να σκεφτούν καλύτερα οι ίδιοι τις επιλογές τους και να πείσουν τους ψηφοφόρους τους. Η λήψη ή η επιβεβαίωση μιας απόφασης από τους πολίτες ενισχύει τη νομιμοποίησή της· αποτελεί δε ισχυρό αντίδοτο σε μια γενικευμένη κρίση αξιοπιστίας της πολιτικής και απαξίωσης της δημοκρατίας.

Βεβαίως, προκειμένου να μην καταλυθεί ο αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας του πολιτεύματος, επιβάλλεται ο ποσοτικός περιορισμός των δημοψηφισμάτων, που όμως δεν πρέπει να είναι προνόμιο της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Επιπλέον, για να υπηρετούν τα δημοψηφίσματα τη συνταγματική δημοκρατία –και άρα και την προστασία των μειοψηφιών, των μειονοτήτων και των κεκτημένων θεμελιωδών δικαιωμάτων ενός εκάστου– θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου του προϊόντος τους, όπως ελέγχεται εξάλλου και ο νόμος που ψηφίζεται από τη Βουλή. Είναι όμως προτιμότερο να υπάρχει προληπτικός δικαστικός έλεγχος του ερωτήματος (ως προς τη σαφήνεια και το επιτρεπτό του) και των όρων προκήρυξης (π.χ. επαρκής χρόνος διαβούλευσης), ο δε κατασταλτικός να αφορά την πραγματική του διεξαγωγή, για να αποτρέπονται δημοψηφίσματα απολύτως παράλογα και αντιδημοκρατικά, όπως αυτό του 2015.

* Η κ. Λίνα Παπαδοπούλου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ.

Του Γιώργου Γεραπετρίτη*: Ευάλωτα στη χειραγώγηση.

T​​ο Μουσείο Victoria and Albert του Λονδίνου φιλοξένησε πρόσφατα μια σπουδαία έκθεση με τίτλο «Το μέλλον ξεκινά εδώ». Ανάμεσα σε άλλα μείζονα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου, στα οποία η επιστήμη και η τεχνολογία καλούνται να δώσουν λύσεις, η έκθεση εστίαζε στο ερώτημα «Εξακολουθεί η δημοκρατία να λειτουργεί;».

Για την παρουσίαση του προβλήματος, επελέγησαν δύο τεκμήρια: ένα κατασκευασμένο προπαγανδιστικό φυλλάδιο με την επιγραφή του Βρετανικού Εθνικού Συστήματος Υγείας, που κυκλοφόρησε πριν από το δημοψήφισμα για το Brexit, και ένα ψηφοδέλτιο του ελληνικού δημοψηφίσματος του 2015, με την επισήμανση ότι η κυβέρνηση που το προκάλεσε και στήριξε το «Οχι» τελικά αγνόησε τη βούληση του εκλογικού σώματος. Στα δύο τεκμήρια εδράζονται όλα τα προβλήματα των σύγχρονων δημοψηφισμάτων.

Πρώτον, δεν είναι όλα τα ζητήματα δεκτικά δημοψηφίσματος: θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που δεν μπορεί να τίθενται στην κρίση της πλειοψηφίας, ή θέματα υψηλής διπλωματίας, που δεν επιδέχονται μονοσήμαντης απάντησης. Δεύτερον, είναι εξαιρετικά δύσκολο να διατυπωθεί με έναν ουδέτερο και ευκρινή τρόπο μια ερώτηση σε ένα σύνθετο ζήτημα, ώστε μάλιστα να μπορεί να απαντηθεί με «ναι/όχι». Το ελληνικό δημοψήφισμα, π.χ., παρέπεμπε σε άγνωστο και μη ευπρόσιτο πολυσέλιδο κείμενο, περιείχε ξενόγλωσση διατύπωση και ήταν ασαφής η γνήσια διακύβευση του αποτελέσματός του. Τρίτον, για την επιτυχία ενός δημοψηφίσματος προϋποτίθεται πλήρης και ακριβής πληροφόρηση, που συχνά είναι δύσκολο να διασφαλιστεί. Τέταρτον, το δημοψήφισμα προϋποθέτει εκτενή χρόνο διαβούλευσης –αναλογιστείτε την απόφαση που κλήθηκε να λάβει ο ελληνικός λαός σε μία εβδομάδα– αλλά και ουσιαστικό διαβουλευτικό πνεύμα. Δηλαδή προϋποθέτει μια αντιλογία επιχειρημάτων βασισμένη στον ορθό λόγο και ετοιμότητα των ψηφοφόρων να αλλάξουν την άποψή τους.

Δυστυχώς, η ιστορία της τελευταίας εικοσαετίας αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε κανένα δημοψήφισμα το οποίο, ταυτοχρόνως, να ήταν προϊόν της ανόθευτης έκφρασης των πολιτών, να εισακούστηκε από την πολιτική τάξη και να παρήγαγε ωφέλιμο αποτέλεσμα. Αντιθέτως, υπήρξε χειραγώγηση και αποπροσωποποίηση της ευθύνης. Η συμμετοχική δημοκρατία δεν είναι πανάκεια. Αντιθέτως, απαιτείται ενίσχυση των θεσμών του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος και της γνήσιας διαβουλευτικής δημοκρατίας.

* Ο κ. Γιώργος Γεραπετρίτης είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ.

Πηγή: Καθημερινή της Κυριακής.

Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ