ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΕΑ/ΜΕΤΕΞΕΤΑΣΤΕΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ;

Του Θανάση Διαμαντόπουλου*.

Ο Ασημάκης Πανσέληνος – Τότε που ζούσαμε – γράφει πως οι δικαστές τού έφερναν στον νου κάποιες φιγούρες αγίων που υπήρχαν σε μια παλαιική εικόνα της γιαγιάς του. Και είναι γεγονός πως η κοινωνία αξιώνει από τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης συμπεριφορά, επάρκεια, ήθος και ευθυδικία που παραπέμπουν σε οιονεί θεϊκά χαρακτηριστικά. (Τη σχέση Θεού και δικαστή εξετάζω σε υπό έκδοση μυθιστόρημά μου με τίτλο Ο Δικαστής.)

Η σημερινή ελληνική Δικαιοσύνη, όμως, ανταποκρίνεται στην κοινωνική αυτή αξίωση; Μήπως δικαιολογούνται επιφυλάξεις;

Τα φώτα της δημοσιότητας εστιάστηκαν πρόσφατα πάνω της, λόγω της υπόθεσης – κάποιοι θα έλεγαν «του πολιτικοποιηθέντος φιάσκου» – Ριχάρδου… Αυτό, ωστόσο, ήταν το έλασσον από τα ατοπήματά της. Θα μπορούσαν, δε, οι εις βάρος της μομφές για το θέμα να παραλληλιστούν με το γεγονός πως ο Αλ Καπόνε βρέθηκε κατηγορούμενος λόγω… φοροδιαφυγής. (Αν, βέβαια, η συμπεριφορά του διαβόητου γκάνγκστερ ήταν μόνο αντικοινωνική και όχι βαριά εγκληματική).

Με λίγη έρευνα μπορεί εύκολα να εντοπιστεί πλήθος δικαστικών στάσεων ή αποφάσεων που προκαλούν πολύ μεγαλύτερο προβληματισμό. (Και εδώ μιλάει ένας άνθρωπος που άσκησε απειροελάχιστα δικηγορία και εικόνα έχει μόνο από την παρακολούθηση θεμάτων ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος.) Ας καταγράψω, όλως ενδεικτικά, κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις, άλλες γενικότερης σημασίας και άλλες ειδικές…

  1. Με τη νομολογία τους οι δικαστές κατέστησαν την τρίτη εξουσία ισότιμη προς τις άλλες δύο. Αυτές που προέρχονται από τον λαό και λογοδοτούν σε αυτόν, ενώ οι φορείς τους δεν είναι ισόβιοι. Ισότιμη, μάλιστα, και μισθολογικά, κατά το «πνεύμα Θάνου», με συχνή αυτοεπιδίκαση αναδρομικών. Ωστόσο, η εκτελεστική εξουσία ελέγχεται από τη νομοθετική και οι δύο μαζί από τη δικαστική (τόσο για τη συνταγματικότητα των νόμων όσο και για επί μέρους πράξεις ή παραλείψεις). Η δικαστική εξουσία, όμως, δεν υπόκειται σε εξωτερικό έλεγχο. Το «μισθοδικείο» και το δικαστήριο αγωγών κακοδικίας – που ουδέποτε έχει καταδικάσει δικαστικό – συγκροτούνται πλειοψηφικά από λειτουργούς του κλάδου…
  2. Με τη νομολογία τους, επίσης, οι δικαστές έχουν σφετερισθεί τη δημοσιονομική πολιτική του κράτους, ευνοώντας σκανδαλωδώς κρατικοδίαιτους και διαθέτοντες ισχυρή συνδικαλιστική ή επικοινωνιακή στήριξη («η Δικαιοσύνη πρέπει να αφουγκράζεται την κοινωνία» δήλωσε άλλωστε πρόσφατα πρόεδρος του ΣτΕ, μιλώντας ως άλλος Ανδρέας Παπανδρέου). Βέβαια για τις αναπόφευκτες παρακολουθηματικές περικοπές σε άλλες κοινωνικές κατηγορίες – ή τον υπονομευτικό του μέλλοντος του τόπου υπερδανεισμό, εφόσον είναι δυνατός – λογοδοτούν μόνο οι αιρετοί φορείς της πολιτικής εξουσίας.
  3. Υπάρχουν καθυστερήσεις που συχνά αγγίζουν τα όρια της αρνησιδικίας. Σε κάθε περίπτωση η μεταθανάτια δικαίωση δεν είναι της αρμοδιότητας της όποιας κοσμικής εξουσίας.
  4. Το 2015 που ίσχυσε νόμος -καταργήθηκε από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ – ορίζων πως, επί αναβολής υπόθεσης, εκδικάζει υποχρεωτικά η αναβάλλουσα σύνθεση οι αναβολές είχαν περιοριστεί κατά… 90%. Αρα 9 αναβολές στις 10 οφείλονται σε φυγοπονία ή φόβο δικαστικών λειτουργών.
  5. Οι Ελληνες ανακριτές στέλνουν στο ακροατήριο άνω του 90% των υποθέσεων, το τριπλάσιο σε σχέση με τους Ευρωπαίους ομολόγους τους.

Και ειδικότερα τώρα…

  1. Δεκαετής τελεσίδικη κάθειρξη καθαρίστριας από δικαστές του Βόλου, με πλήθος αθωωτικών αποφάσεων για ΔΥ πλαστογράφους μορφωτικών τίτλων πολύ ανώτερων του απολυτηρίου δημοτικού. (Η αθωωτική απόφαση άλλοτε βασίστηκε στο ότι η πλαστογράφος πτυχίου Νομικής έδρασε από σύμπλεγμα κατωτερότητας και άλλοτε πως οι υπηρεσίες υπαλλήλου Εφορίας δεν απαιτούν τις ειδικές γνώσεις που πιστοποιούνται δια του – πλαστογραφηθέντος – απολυτηρίου Λυκείου, άρα δεν υπάρχει κατάχρηση.)
  2. Βιομηχανία αναιρέσεων της εισαγγελέως Δημητρίου στις περιπτώσεις Ανδρέα Γεωργίου και Γκίκα Χαρδούβελη (με τα δικαστήρια ουσίας, προς τιμήν τους, να ανθίστανται προς το παρόν. Αλλωστε τα δικά τους μέλη θα κριθούν από την πολιτική εξουσία στο μέλλον).
  3. Αθώωση κυβερνητικού παράγοντα που ζήτησε… λιντσάρισμα πολιτικού αντιπάλου του…
  4. Αθώωση αυτών που «έκτισαν» πρυτάνεις (διότι «εσφαλμένως μεν, συγγνωστώς δε, θεωρούσαν πως αυτό καλύπτεται από το άσυλο – όχι το άσυλο ανιάτων).

Και όλα αυτά χωρίς να αναφέρουμε την κακοποίηση – και – της ελληνικής γλώσσας σε πλήθος αποφάσεων.

Βέβαια, οι δικαστικές δυσλειτουργίες δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Την περίοδο του παραδικαστικού υπήρξαν κραυγαλέα αντιφατικές μεταξύ τους αποφάσεις στην περίπτωση της γυναίκας που δολοφόνησε τον αρχιμανδρίτη, εραστή-εκμεταλλευτή της κατά το πρώτο δικαστήριο, ενώ το δευτεροβάθμιο δεν της αναγνώρισε ούτε το ελαφρυντικό της κακής συμπεριφοράς του θύματος και την καταδίκασε ισόβια, με τον ΑΠ να επικυρώνει την απόφαση. Πολύ παλαιότερα, δε, ο Αρειος Πάγος είχε κρίνει πως η φράσις «κάνε ό,τι καταλαβαίνεις», λεχθείσα εις ύφος έντονον προς ενωμοτάρχην εν τη ενασκήσει των καθηκόντων του, συνιστά περιύβρισιν αρχής».

Τούτων δοθέντων λοιπόν (και χωρίς αμφισβήτηση του προφανούς, πως πλήθος δικαστικών υπηρετούν με αυταπάρνηση τη Δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια του Σώματος – θυμάμαι π.χ. τον πρόεδρο Αθανάσιο Ράντο να λέει σε δημόσια εκδήλωση πως θα χρειαζόταν κρησάρα για να κυκλοφορεί, εφόσον ξαναεπιδικαστούν αναδρομικά στον κλάδο…)

Μήπως η τρέχουσα συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί ευκαιρία για επανεξέταση:

– Του τρόπου λειτουργίας της Δικαιοσύνης και του οργάνου που επιλέγει την ηγεσία της…

– Του μηχανισμού ελέγχου των δικαστικών (ενδεχομένως με ένα, πολιτικοδικαστικής φύσης, Συνταγματικό Δικαστήριο να έχει ρόλο – και – επ’ αυτού)…

– Των διαδικασιών πρόσληψης των δικαστών…

– Των περιθωρίων των ερμηνευτικών αυθαιρεσιών τους…

– Και των μεθόδων προσδιορισμού των απολαβών τους (σε συσχέτιση με το ΑΕΠ, αλλά και τους μισθούς των Ευρωπαίων ομολόγων τους);

*Ο κ. Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι  ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης.

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ.