ΝΕΑ

ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΛΑΣΚΑΡΙΔΗ-ΚΟΚΚΑΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΖΙΝΟ ΣΤΟ ΜΑΡΟΥΣΙ

Του Βαγγέλη Μανδραβέλη.

Η αίσθηση ότι κάποια στιγμή η κρίση στην Ελλάδα θα ξεπεραστεί και ότι η αγορά των καζίνο θα επανακάμψει στα επίπεδα τουλάχιστον του 2010, είναι ο κινητήριος μοχλός πίσω από επενδυτικά σχέδια ύψους 1 δισ. ευρώ που προωθούνται στη χώρα. Αυτός είναι ο λόγος που μεγαθήρια όπως η Caesars και η MGE συζητούν για την Ελλάδα, αλλά και μια σειρά εγχώριων επιχειρηματικών συμφερόντων που τώρα θέλουν να εισέλθουν στην αγορά. Μεταξύ αυτών η σύμπραξη των οικογενειών Λασκαρίδη και Κόκκαλη, που πρόσφατα απέκτησαν συμμετοχή 48% στη Regency και μέσω αυτής στα σημαντικότερα σήμερα καζίνο της χώρας (Πάρνηθας και Θεσσαλονίκης).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η αναδιάρθρωση του δανεισμού της επιχείρησης ήταν ίσως η πιο σιωπηλή που συντελέστηκε τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας και με τη συμμετοχή όλων των πιστωτών, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών που πλέον κατέχουν τον έλεγχο της καταστατικής μειοψηφίας (33,7%). Επίσης, στην αναδιάρθρωση συμμετείχαν και ορισμένα επενδυτικά funds, όπως η Apollo Capital, που διαβλέπουν σημαντικές ευκαιρίες στο νέο επιχειρηματικό σχήμα που διαμορφώθηκε.

Χαμηλά μεγέθη

Το 2017 η αγορά των καζίνο πλησίον της Αττικής (Πάρνηθα και Λουτράκι) πραγματοποίησε ακαθάριστα έσοδα (Gross Gaming Revenue) ύψους 137 εκατ. ευρώ και τζίρο ύψους 900 εκατ. ευρώ. Σε αντίστοιχα μεγέθη εκτιμάται ότι βρέθηκε η αγορά και κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς. Τα μεγέθη αυτά συνιστούν ιστορικά χαμηλά από το 2007 που τα καζίνο της χώρας είχαν πετύχει έσοδα-ρεκόρ. Μόνο τα δύο καζίνο της Πάρνηθας και του Λουτρακίου είχαν ακαθάριστα έσοδα ύψους 466 εκατ. ευρώ και τζίρο κοντά στα 2 δισ. ευρώ.

Η δημιουργία του καζίνο στο Ελληνικό και η μετεγκατάσταση του καζίνο Πάρνηθας στο Μαρούσι εκτιμάται ότι μπορούν να επαναφέρουν την αγορά στα επίπεδα του 2009-2010. Την περίοδο εκείνη τα δύο μεγάλα καζίνο είχαν ακαθάριστα έσοδα της τάξης των 350 εκατ. ευρώ. Την αγορά αυτή αναμένεται να μοιραστούν στη μετά Ελληνικό εποχή τρία καζίνο, του Ελληνικού, της Πάρνηθας (Αμαρουσίου) και του Λουτρακίου. Το μεγαλύτερο μερίδιο αναμένεται να έχει το καζίνο του Ελληνικού, που θα είναι περισσότερο κύρους και χλιδής, ενώ το μικρότερο μερίδιο θα έχει το καζίνο Λουτρακίου, που σε αντίθεση με τις ένδοξες «στιγμές» που έζησε τη δεκαετία του 2000, θα εξελιχθεί σε ένα επαρχιακό καζίνο.

Ενδιαμέσως των καζίνο Ελληνικού και Λουτρακίου θα βρεθεί το καζίνο της Πάρνηθας. Ακόμη και το 35%-40% της εν δυνάμει αγοράς στην Αττική να ελέγξει, σημαίνει ότι οι επισκέπτες του θα ποντάρουν περίπου 1 δισ. ευρώ ετησίως. Βεβαίως, λόγω ανταγωνισμού οι αποδόσεις μπορεί να μειωθούν, αλλά οι προοπτικές είναι θετικές, με δεδομένο μάλιστα ότι η πορεία της αγοράς βρίσκεται μάλλον στα χαμηλότερα επίπεδα. Μάλιστα, όπως αναφέρουν στελέχη των καζίνο, η επισκεψιμότητα διατηρείται –ειδικά μετά την κατάργηση του εισιτηρίου– και το μόνο που έχει αλλάξει είναι το ύψος των πονταρισμάτων που έχει μειωθεί δραστικά. Από την άλλη πλευρά, μια νέα γενιά πελατών που έχει δημιουργήσει το Internet, αλλά και τα καταστήματα play του ΟΠΑΠ, εκτιμάται ότι δημιουργούν επίσης ευοίωνες προοπτικές. Γι’ αυτό άλλωστε οι ιδιώτες επενδυτές του καζίνο Πάρνηθας, παρά το γεγονός ότι ελέγχουν το 51% της εταιρείας, προτίθενται να αναλάβουν το ρίσκο της επένδυσης στο Μαρούσι.

Πώς θα αξιοποιηθεί ο χώρος του Μον Παρνές

Η δημιουργία  κέντρου περιβαλλοντικής ενημέρωσης, χώρων αναψυχής, εστίασης και πιθανώς η δημιουργία ενός μικρού ξενοδοχείου που θα φιλοξενεί τους φυσιολάτρες της Πάρνηθας και της φυσικής ζωής είναι οι πιθανές χρήσεις του καζίνο που θα εγκαταλείψει η εταιρεία Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας Α.Ε. «Κλειδί», δε, για τη βιωσιμότητα της ήπιας αξιοποίησης θεωρείται το τελεφερίκ, το οποίο μειώνει σημαντικά το κόστος μετακίνησης στις εγκαταστάσεις.

Το θετικό είναι ότι η Regency αφήνει ανακαινισμένο το τελεφερίκ –μια επένδυση που ξεπέρασε τα 45 εκατ. ευρώ το 2006–, ενώ επιπλέον θα συνεχίσει για τουλάχιστον πέντε χρόνια να υποστηρίζει τις εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με στελέχη της Regency, τουλάχιστον 5 εκατ. ευρώ θα διατεθούν στην πενταετία είτε για συντήρηση είτε για τη φύλαξη των εγκαταστάσεων, ενώ δεν αποκλείεται να πλησιάσουν τα 12,5 εκατ. ευρώ. Το ακριβές ύψος της δαπάνης θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) Α.Ε. θα βρει επενδυτή για να αξιοποιήσει τις εγκαταστάσεις στην κορυφή της Πάρνηθας.

Ειδικότερα, όπως ανακοίνωσε πρόσφατα η Regency, η αποκατάσταση του τοπίου, μετά τη μετεγκατάσταση του καζίνο στο Μαρούσι, θα κοστίσει περίπου 5 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, η εταιρεία προτίθεται να καταβάλλει ετησίως, και με μέγιστο διάστημα τα πέντε έτη, 1,5 εκατ. ευρώ για την κάλυψη των αναγκών φύλαξης και συντήρησης του ακινήτου.

Στελέχη της Regency επικαλούνται την αξιοποίηση της κορυφής του Λυκαβηττού από τον όμιλο Καστελλόριζου ως πετυχημένο παράδειγμα. Σημειώνουν ότι οι υπηρεσίες εστίασης που παρέχονται στην κορυφή του λόφου της Αθήνας κατέστησαν επικερδές ακόμη και το τελεφερίκ από το Κολωνάκι μέχρι την κορυφή του βουνού. Το μέσο εξοικονομεί χρήμα και κυρίως χρόνο σε όσους θέλουν να μεταβούν στην κορυφή του λόφου και αυτό αναμένουν να συμβεί και στην Πάρνηθα. Είναι επομένως ιδιαίτερα σημαντικό να κρατηθεί ανοικτός ο «δρόμος» προς τις εγκαταστάσεις του καζίνο, που θα διατηρήσει εν ζωή και το τελεφερίκ.

Η λειτουργία του καζίνο στην Πάρνηθα ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1971, δέκα χρόνια μετά τη λειτουργία της πρώτης ξενοδοχειακής εγκατάστασης. Η χρήση αυτή κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να διατηρηθεί εν ζωή η εγκατάσταση, η οποία ειδικά την εποχή εκείνη ήταν ιδιαίτερα μακριά από το κέντρο της Αθήνας. Στα εγκαίνια του καζίνο, που πραγματοποιήθηκαν στις 5 Φεβρουαρίου πριν από 47 χρόνια, τουλάχιστον 500 αυτοκίνητα ανέβηκαν στον δρόμο της Πάρνηθας, μεταφέροντας πάνω από 2.000 Αθηναίους. Η νέα φράση που κυριάρχησε είναι το «πάμε στο βουνό» και υποδήλωνε το «πάμε στο καζίνο». Μάλιστα, για την είσοδο στο καζίνο χρειαζόταν η επίδειξη φορολογικής δήλωση, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι απαγορευόταν να μπουν. Ενα χρόνο αργότερα η πρόσβαση στο καζίνο έγινε ακόμη πιο εύκολη, με την κατασκευή και τη λειτουργία του τελεφερίκ, ενώ το 1974 το γνωστό σε όλους Μον Παρνές έπαψε να παρέχει ξενοδοχειακές υπηρεσίες και επικεντρώθηκε αποκλειστικά στη λειτουργία του καζίνο.

Πηγή: Καθημερινή της Κυριακής.

 

Categories: ΝΕΑ