FRONTPAGE

ΤΖΟΥΛΙΑΝ ΑΣΑΝΤΖ: ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ Ή ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ;

Ο ιδρυτής των WikiLeaks, που συνελήφθη στο Λονδίνο, δίχασε με τη δράση του την κοινή γνώμη και τη δημοσιογραφική κοινότητα.

Του Απόστολου Μαγγηριάδη*: Σκοτεινή ατζέντα

Πριν από μερικά χρόνια συνάντησα τον Λουκ Χάρντινγκ, επί σειράν ετών ανταποκριτή του Guardian στη Μόσχα και συγγραφέα βιβλίων τόσο για τον Τζούλιαν Ασάντζ όσο και για τον Εντουαρντ Σνόουντεν. Του είχα θέσει το ερώτημα εάν θεωρεί πως ο άνθρωπος που αποκάλυψε μυστικά προγράμματα παρακολουθήσεων των αμερικανικών και βρετανικών υπηρεσιών είναι προδότης ή υποστηρικτής των συνταγματικών ελευθεριών. Μου απάντησε το δεύτερο, θεωρώντας πως η κατασκοπευτική μηχανή των μυστικών υπηρεσιών είχε πλέον μετατραπεί σε ένα τέρας στο οποίο έπρεπε να μπουν φραγμοί και πως οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν ήταν ζωτικές ώστε να το συνειδητοποιήσουμε.

Η περίπτωση Ασάντζ είναι μάλλον διαφορετική. Το 2010 ο Ασάντζ μας άνοιξε τα μάτια –μέσα από τα WikiLeaks, την πλατφόρμα αποκάλυψης εγγράφων που δημιούργησε– για μια σειρά εξαιρετικής σημασίας ζητημάτων, αντλώντας στοιχεία από απόρρητα τηλεγραφήματα αμερικανικών πρεσβειών ανά τον κόσμο. Το 2016, ήταν ο άνθρωπος που επηρέασε το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών, αποκαλύπτοντας emails του Δημοκρατικού Κόμματος που, σύμφωνα με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, είχαν υποκλέψει Ρώσοι χάκερ, πλήττοντας έτσι σφοδρά την καμπάνια της Χίλαρι Κλίντον.

Η σύλληψη του Ασάντζ μας οδηγεί πιθανότατα σε αχαρτογράφητα νερά αναφορικά με τα ζητήματα της ελευθερίας του Τύπου, ειδικά όταν η δημοσίευση αφορά ευαίσθητες πληροφορίες ασφαλείας. Ο ίδιος θα επιδιώξει να υπερασπιστεί τον εαυτό του, εάν ποτέ οδηγηθεί σε δίκη στις ΗΠΑ, βασιζόμενος πιθανότατα στην περίφημη πρώτη τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος, που προστατεύει σθεναρά την ελευθερία του λόγου. Οι κατηγορίες που θα του αποδοθούν ωστόσο θα αφορούν τον τρόπο κτήσης της πληροφορίας και όχι την ίδια τη δημοσίευση.

Η περίπτωση του Ασάντζ αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό τη δυσκολία να ξεχωρίσεις, στην ψηφιακή εποχή των μεγάλων δεδομένων, τη διαφορά ανάμεσα σε έναν δημοσιογράφο και σε έναν χάκερ ή έναν εγκληματία του Διαδικτύου – ενός υπερασπιστή του δικαιώματος στην πληροφορία κι ενός διεφθαρμένου παράγοντα που εξυπηρετεί τα συμφέροντα μιας χώρας απέναντι σε μια άλλη. Στην περίπτωσή του πάντως, η εμμονή με τις ΗΠΑ και η κάλυψη που παρέχει στη Ρωσία δεν τον βοηθούν ιδιαίτερα να εμφανιστεί ως η πρώτη εκδοχή.

* Ο κ. Απόστολος Μαγγηριάδης είναι πολιτικός συντάκτης στον ΣΚΑΪ.

 

Του Νικόλα Λεοντόπουλου*: Απέναντι στην εξουσία

Αν ο Τζούλιαν Ασάντζ βρίσκεται σήμερα σε ένα κελί στο Λονδίνο υπό έκδοση στις ΗΠΑ, αυτό δεν οφείλεται στο ότι «δεν τάιζε τη γάτα του» ή «δεν τραβούσε το καζανάκι» όσο ήταν έγκλειστος στην πρεσβεία του Ισημερινού, όπως τον λοιδορούν ορισμένα μέσα ενημέρωσης. Ούτε σχετίζεται καν με τις εναντίον του κατηγορίες για σεξουαλική επίθεση στη Σουηδία.

Ο Ασάντζ βρίσκεται στη θέση αυτή διότι με τη βοήθεια whistleblowers όπως η Τσέλσι Μάνινγκ αποκάλυψε τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου από τις ΗΠΑ στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και αλλού. Αυτό πληρώνει, και υπό μία έννοια είναι ένα τίμημα αναμενόμενο για κάθε θνητό που τα βάζει με μια υπερδύναμη – τις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Ρωσία.
Οσοι αναρωτιούνται αν ο Ασάντζ είναι δημοσιογράφος, ας (ξανα-)δουν το βίντεο των WikiLeaks «Παράπλευρος φόνος», στο οποίο Αμερικανοί πιλότοι εκτελούν εν ψυχρώ αμάχους και δύο δημοσιογράφους στο Ιράκ. Ή ας δώσουν βάση σε όσα λέει ο Ντέιβιντ Μακρό, νομικός σύμβουλος των New York Times: «Η δίωξή του θα ήταν πολύ κακό προηγούμενο για τους εκδότες. […] Βρίσκεται στην κλασική θέση του εκδότη. […] Θα ήταν πολύ δύσκολο για τον νόμο να διακρίνει ανάμεσα στους Times και στα WikiLeaks».

Ανεξάρτητα από επιμέρους ενστάσεις, ο Ασάντζ άλλαξε τη δημοσιογραφία όσο ελάχιστοι «κανονικοί» δημοσιογράφοι. Τα WikiLeaks εισήγαγαν μια μέθοδο ριζοσπαστική αλλά πιστή στο πυρηνικό αίτημα της δημοσιογραφίας: την αποκάλυψη με ντοκουμέντα του απεχθούς προσώπου της εξουσίας.

Τα WikiLeaks εξασφάλισαν αποκλειστικότητες σε ΜΜΕ όπως οι New York Times, o Guardian, ο Monde, ο Spiegel· έριξαν τον σπόρο για να ανθήσουν τα Panama και τα Paradise Papers ρίχνοντας φως στα αυταρχικά καθεστώτα Πούτιν, Ερντογάν, Ασαντ.

Ας συνοψίσουμε: Η Τσέλσι Μάνινγκ φυλακισμένη στις ΗΠΑ. Ο Σνόουντεν αυτοεξόριστος στη Ρωσία. Ο Ασάντζ στη φυλακή στη Βρετανία υπό έκδοση προς μια χώρα στην οποία κατά τον ΟΗΕ «διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του και […] βάναυσης, απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης και τιμωρίας».

Αν οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες κάνουν το παν για να εξοντώσουν ψυχικά, σωματικά και ηθικά τον Ασάνζ, τη Μάνινγκ, τον Σνόουντεν ή όποιον τολμήσει να ακολουθήσει το παράδειγμά τους, τότε δεν είναι ούτε φιλελεύθερες ούτε ακριβώς δημοκρατίες.

* Ο κ. Νικόλας Λεοντόπουλος είναι δημοσιογράφος, ιδρυτικό μέλος της Reporters United.

Πηγή: Καθημερινή της Κυριακής.

Categories: FRONTPAGE, ΑΠΟΨΕΙΣ