ΑΠΟΨΕΙΣ

ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Του Γιώργου Γεραπετρίτη*.

Κανένα κρατικό όργανο και καμία κρατική λειτουργία δεν έχει υποστεί την τελευταία τετραετία μεγαλύτερη υποβάθμιση από τη Βουλή των Ελλήνων. Στη βουλευτική αυτή περίοδο συντελέστηκαν γεγονότα που δεν έχουν προηγούμενο στην κοινοβουλευτική ζωή του τόπου.

Πρώτον, υιοθετήθηκε η πιο σκληρή εκδοχή του πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού. Βασικό κριτήριο για την ποιότητα των κοινοβουλευτικών διαδικασιών ενός συντεταγμένου κράτους συνιστά η απόδοση ισχυρών δικαιωμάτων στις κοινοβουλευτικές μειοψηφίες, ώστε να μπορεί να υπάρξει ποιοτικό νομοθετικό έργο και ουσιαστικός έλεγχος της Βουλής προς την κυβέρνηση. Εντούτοις, η κυβερνητική πλειοψηφία αρνήθηκε τη σύσταση όλων των εξεταστικών επιτροπών που πρότεινε η αντιπολίτευση, ενώ δεν έφερε καν προς συζήτηση προτάσεις νόμων με πολύ ισχυρό συνταγματικό έρεισμα, όπως για παράδειγμα αυτή για τη διευκόλυνση των εκτός επικρατείας εκλογέων. Ουσιαστικά η κυβέρνηση επαναλάμβανε με κάθε ευκαιρία ότι η ίδια έχει δίκιο απλά και μόνο επειδή είναι πλειοψηφία.

Δεύτερον, απαξιώθηκε απολύτως η έννοια της ελεύθερης εντολής των βουλευτών. Η επιστολή προς τον πρόεδρο της Βουλής έξι βουλευτών που υπερψήφισαν την πρόταση εμπιστοσύνης της κυβέρνησης, χωρίς να ανήκουν στην κοινοβουλευτική της ομάδα (μάλιστα δε δύο εξ αυτών ανήκαν σε άλλη κοινοβουλευτική ομάδα), σύμφωνα με την οποία καθένας δηλώνει «επιθυμώ εφεξής σε κάθε νομοσχέδιο που ψηφίζεται χωρίς ονομαστική ψηφοφορία η ψήφος μου να προσμετράται μαζί με αυτή των βουλευτών της συμπολίτευσης», δημιούργησε ένα τεράστιο ρήγμα στον παραδοσιακό κοινοβουλευτισμό. Αφενός καταργήθηκε εν τοις πράγμασι η λογική της κοινοβουλευτικής ομάδας πάνω στην οποία το Σύνταγμα έχει οικοδομήσει τη δημοκρατία των κομμάτων ως θεμελιώδη επιλογή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αφετέρου συρρίκνωσε το λειτουργικό δικαίωμα του βουλευτή –που αποτελεί την ίδια στιγμή και υποχρέωση– να εκφράζεται και να ψηφίζει ελεύθερα και χωρίς καταναγκασμούς, από το οποίο ασφαλώς δεν μπορεί να παραιτηθεί.

Τρίτον, ευτελίσθηκε προοδευτικά η νομοπαραγωγική διαδικασία. Πρωτοφανής καταιγισμός άσχετων (και άρα αντισυνταγματικών) τροπολογιών της τελευταίας στιγμής, ακόμη και σε κυρώσεις διεθνών συνθηκών, κατάχρηση των διαδικασιών επείγοντος και κατεπείγοντος ώστε να αποφεύγεται ουσιαστικός κοινοβουλευτικός διάλογος, αξιοποίηση συντετμημένων διαδικασιών όπως αυτή για τις κωδικοποιήσεις υφιστάμενης νομοθεσίας, για να ψηφισθούν ουσιαστικές και κρίσιμες αλλαγές της νομοθεσίας (όπως ο Ποινικός Κώδικας και ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας), νομοτεχνικές «βελτιώσεις» από επισπεύδοντες υπουργούς που άλλαζαν όλη τη φιλοσοφία του νομοσχεδίου, αναθεώρηση-εξπρές σε δύο συνεδριάσεις της Ολομέλειας – αυτά είναι μόνο λίγα από τα σχετικά παθολογικά φαινόμενα.

Τέταρτον, αξιοποιήθηκαν κοινοβουλευτικές διαδικασίες ως εφαλτήριο για την εξόντωση πολιτικών αντιπάλων. Η άσκηση ποινικής δίωξης σε πολλαπλές κάλπες, ακόμη και για μη πολιτικά πρόσωπα που κλήθηκαν να υπηρετήσουν την πατρίδα, χωρίς αποδείξεις και ενόσω ήταν κοινό τοις πάσι ότι δεν είχε αρμοδιότητα η Βουλή, αποκλειστικά και μόνο για τη δημιουργία εντυπώσεων, αποτέλεσε κεντρική επιλογή της πλειοψηφίας. Επιπλέον, ενόσω τα κόμματα της αντιπολίτευσης για λόγους ηθικής τάξεως ψήφιζαν υπέρ της άρσης της ασυλίας των δικών τους στελεχών, με πρωτοβουλία των ίδιων των ενεχομένων, η κυβερνητική πλειοψηφία άπλωσε ένα στεγανό δίχτυ κοινοβουλευτικής προστασίας στα στελέχη της, ακόμη και για κατηγορίες τις οποίες η ίδια απέδιδε στους πολιτικούς της αντιπάλους.

Πέμπτον, επιχειρήθηκε συστηματικά η δέσμευση της επόμενης Βουλής. Ψηφίστηκαν μέτρα που δεσμεύουν την επόμενη και επίκαιρα νομιμοποιημένη Βουλή σε μείζονες επιλογές (όπως το αιωνόβιο υπερταμείο και τα πολυετή υπερπλεονάσματα) ή φέρουν έναρξη ισχύος σε χρόνο που πλέον δεν θα υφίσταται η παρούσα Βουλή (όπως μεταχρονολογημένες προσλήψεις και επιδόματα και ίδρυση πανεπιστημιακών σχολών από το 2020 και εντεύθεν). Ακόμη περισσότερο, υποστηρίχθηκε με εμμονή η δέσμευση της επόμενης αναθεωρητικής Βουλής στην κατεύθυνση που επέλεξε η σημερινή Βουλή, η οποία όμως κατά το Σύνταγμα κάνει μόνο πρόταση για το ποιες διατάξεις πρέπει να αναθεωρηθούν.

Η πληγή που έχει ανοίξει για την αξιοπιστία όλων των θεσμών, όπως της Δικαιοσύνης και των ανεξάρτητων αρχών, είναι μεγάλη. Όταν όμως αυτό αφορά τη Βουλή, το θεσμικό πρόβλημα γιγαντώνεται. Διότι οι πολίτες χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην ίδια την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, βασικό όχημα της οποίας είναι το Κοινοβούλιο. Η προϊούσα υποβάθμιση της Βουλής καλεί για σθεναρή προσπάθεια εκ μέρους όλου του πολιτικού προσωπικού. Η αποκατάσταση των κοινοβουλευτικών θεσμών στην επόμενη Βουλή συνιστά αδήριτη ανάγκη και μείζονα θεσμική διακύβευση. Πιο επιτακτική, κατά τη γνώμη μου, ακόμη και από τη δημοσιονομική ανασυγκρότηση.

* Ο κ. Γιώργος Γεραπετρίτης είναι καθηγητής Νομικής στο ΕΚΠΑ και σύμβουλος του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας.

*Πηγή: Καθημερινή της Κυριακής.

Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ