ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΒΑΡΩΝΩΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Του Αχιλλέας Παπαρσένου*

(Με αφορμή το βιβλίο του καθηγητή Νομικής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, Τιμ Γου: TIM WU, The Curse of Bigness
εκδ. Columbia Global Reports, 2018 σελ. 154)

Η κυρίαρχη επιρροή που ασκούν στη ζωή μας οι τεχνολογικοί γίγαντες και οι κίνδυνοι από την οικονομική, πολιτισμική και πολιτική ισχύ που έχουν αποκτήσει, απασχολούν τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο τη δημόσια σφαίρα στην Αμερική και στην Ευρώπη. Τον κώδωνα του κινδύνου για τη συγκέντρωση υπερβολικού πλούτου και την απειλή διάβρωσης της δημοκρατίας από τους βαρώνους της νέας οικονομίας, κρούει και ο Τιμ Γου, καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και ειδικός στην αντιμονοπωλιακή πολιτική.

Στο μικρό βιβλίο του, αποφεύγοντας δυσνόητες νομικές και οικονομικές έννοιες, γράφει με πάθος ότι ο έλεγχος οικονομικών κλάδων από λίγες, κολοσσιαίες επιχειρήσεις δεν πρέπει να ενδιαφέρει μόνο κάποιους ειδικούς στην προστασία του ανταγωνισμού και την καταπολέμηση των μονοπωλίων, αλλά να ανησυχεί όλους μας, καθώς η ανοχή της διευρυνόμενης οικονομικής ανισότητας και η αδυναμία ελέγχου της ακραίας οικονομικής δύναμης δίνουν τροφή στον λαϊκισμό, τον εθνικισμό και τον φασισμό, όπως απέδειξε επώδυνα η εμπειρία του περασμένου αιώνα.

the-curse-of-bigness-thumb-large

Γι’ αυτόν η σημερινή κατάσταση παραπέμπει στην «Επίχρυση Εποχή» του καπιταλισμού στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν οι «βαρώνοι – λήσταρχοι» των πετρελαίων, των σιδηροδρόμων και των τραπεζών, οι Ροκφέλερ και Μόργκαν της εποχής, είχαν γίνει κράτος εν κράτει στην Αμερική, εξολοθρεύοντας οτιδήποτε εμπόδιζε «τους τροχούς της προόδου». Η λαϊκή αγανάκτηση που προκλήθηκε από τη ληστρική συμπεριφορά τους, οδήγησε στην υιοθέτηση του αντιμονοπωλιακού Νόμου Σέρμαν το 1890 και στο σπάσιμο των τραστ από τον «σερίφη της οικονομικής δικαιοσύνης» πρόεδρο Θεόδωρο Ρούζβελτ (1901-1909). Η πολιτική αυτή εφαρμόσθηκε αυστηρά μέχρι τη δεκαετία του 1970, για να εξασθενήσει έκτοτε, όταν επικράτησε η φιλοσοφία της συντηρητικής «Σχολής του Σικάγου», που καθιέρωσε ως καθοριστικό κριτήριο αντιτράστ την «ευημερία του καταναλωτή», με το επιχείρημα ότι το μέγεθος μιας επιχείρησης δεν αποτελούσε πρόβλημα, εφόσον προσέφερε μειωμένες τιμές στον καταναλωτή.

Ο συγγραφέας αναπολεί τις τρεις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες της ταχείας οικονομικής ανάπτυξης, ανόδου της μεσαίας τάξης και ανακατανομής του πλούτου. Σήμερα όμως τον προβληματίζουν δύο ανησυχητικά φαινόμενα: α) η αυξανόμενη οικονομική ανισότητα, με το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού να κατέχει το 23,8% του εθνικού εισοδήματος στην Αμερική έναντι 8% στο τέλος της δεκαετίας του 1960 και β) η συσσώρευση οικονομικής και πολιτικής ισχύος από μονοπώλια και ολιγοπώλια, με πιο ορατή τη συγκέντρωση στον κλάδο της τεχνολογίας, όπου κυριαρχούν ψηφιακοί κολοσσοί όπως oι Facebook, Google, Amazon και Apple, η συνολική χρηματιστηριακή αξία των οποίων αποτιμάται σε τρισεκατομμύρια δολάρια. Για τον Γου τα διδάγματα από την εμπειρία στις αρχές του 20ού αιώνα καθιστούν επιτακτική την εκ νέου αντιμετώπιση της «κατάρας του γιγαντισμού», μία έκφραση που δανείζεται για τίτλο του βιβλίου του από τον προοδευτικό νομικό της Βοστώνης και ανώτατο δικαστή (1916-1939) Λούις Μπραντάις.

Με την έλευση της ψηφιακής εποχής ήταν διαδεδομένη η αντίληψη ότι τα μονοπώλια ανήκαν στο παρελθόν, καθώς καινοτόμες επιχειρήσεις ευαγγελίζονταν μια κοινωνία ελεύθερη, ανοικτή και δικτυωμένη, με ευκολότερη πρόσβαση στην πληροφορία, φθηνότερα προϊόντα και ταχύτερη επικοινωνία. Καθώς όμως οι αντιμονοπωλιακοί νόμοι είχαν περιέλθει σε χειμερία νάρκη για τουλάχιστον μία δεκαετία, έμεινε ελεύθερο το πεδίο για την απόλυτη κυριαρχία μιας μηχανής αναζήτησης (Google), ενός ηλεκτρονικού εμπορίου (Amazon), ενός μέσου κοινωνικής δικτύωσης (Facebook).

Τεράστια κέρδη και δύναμη

Στη νέα «Επίχρυση Εποχή» μας, αυτοί οι τεχνολογικοί γίγαντες με συγχωνεύσεις και εξαγορές εξουδετέρωσαν δυνητικούς ανταγωνιστές τους, ενώ με τη συλλογή προσωπικών δεδομένων στη νέα «οικονομία της προσοχής και επιτήρησης» απέκτησαν ένα πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο, που τους απέφερε τεράστια κέρδη και τους επέτρεψε να διαμορφώνουν τον τρόπο που σκεπτόμαστε, δρούμε και επικοινωνούμε, με κίνδυνο διάβρωσης όχι μόνο της ιδιωτικότητας αλλά και της ίδιας της δημοκρατίας, όταν γκρεμίζονται τα σύνορα μεταξύ αλήθειας και ψεύδους.

Με οδηγό την κληρονομιά που άφησε ο ήρωας του Λούις Μπραντάις, ο συγγραφέας οραματίζεται ένα νέο αντιμονοπωλιακό κίνημα, που θα εξασφαλίσει τον έλεγχο και τον περιορισμό των μεγάλων συγχωνεύσεων, την πιστή εφαρμογή των νόμων αντιτράστ με κριτήρια πολύ ευρύτερα από την «ευημερία του καταναλωτή», την παραδειγματική δίωξη παραβατών, όπως γίνεται πρόσφατα στην Ευρώπη, το σπάσιμο ψηφιακών γιγάντων, το αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο προστασίας του ανταγωνισμού και των οικονομικά αδυνάμων, χωρίς να πλήττεται η καινοτομία.

Αν οι θεμελιώδεις νόμοι της δημοκρατίας εγγυώνται ότι η πολιτική εξουσία ελέγχεται, αποκεντρώνεται και εξισορροπείται, ώστε κανένα πρόσωπο ή θεσμός να διαθέτει απεριόριστη ισχύ, ο Γου είναι ανένδοτος ότι το ίδιο πρέπει να ισχύει και για την επιχειρηματική εξουσία, αν μας ενδιαφέρει να αποφύγουμε τα καταστροφικά λάθη του παρελθόντος.

* Ο κ. Αχιλλέας Παπαρσένος υπηρέτησε ως προϊστάμενος του Γραφείου Τύπου και Επικοινωνίας στην ελληνική πρεσβεία της Ουάσιγκτον.

 

Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ