ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΔΕΝ ΓΡΑΦΕΙ ΑΡΘΡΑ ΓΝΩΜΗΣ»

Συνέντευξη του διευθυντή σύνταξης του Bloomberg στον ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟ

Ο διευθυντής σύνταξης του Bloomberg Τζον Mικλθγουέιτ θεωρεί την πολιτική παροχής δωρεάν περιεχομένου από τους ειδησεογραφικούς οργανισμούς «αυτοκτονική», καθώς έχει γίνει συνήθεια και είναι δύσκολο να αλλάξει.

Eνας από τους πιο σημαντικούς ομιλητές στο δημοσιογραφικό συνέδριο GEN Summit, που έλαβε χώρα 13-15 Ιουνίου στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος ήταν ο Τζον Μικλθγουέιτ, διευθυντής σύνταξης του ειδησεογραφικού κολοσσού Bloomberg News. H «Κ» μίλησε αποκλειστικά μαζί του στο γραφείο του πρακτορείου στην Αθήνα.

O Μικλθγουέιτ εστίασε την ομιλία του στο συνέδριο στην τεχνητή νοημοσύνη και στο πώς ήδη αλλάζει τη δημοσιογραφία. Η πρόβλεψή του ήταν ότι θα δημιουργήσει έναν κόσμο «με περισσότερη αλήθεια». Την ίδια εβδομάδα, ωστόσο, ερευνητές του συγκεκριμένου χώρου προειδοποιούσαν για την έλευση της εποχής των deepfakes – οπτικοακουστικού υλικού που θα παράγεται από αλγόριθμους και που θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαχωριστεί από πραγματικά ειδησεογραφικά πλάνα. Πόσο τον ανησυχεί αυτό;

«Βραχυπρόθεσμα ανησυχώ πολύ, όπως όλοι. Είναι λίγο σαν μία κούρσα εξοπλισμών. Oλοι οι αξιόπιστοι δημοσιογραφικοί οργανισμοί είναι σε κατάσταση κόκκινου συναγερμού γι’ αυτά τα θέματα. Oποτε μας έρχεται κάποιο βίντεο, το ελέγχουμε εξονυχιστικά – κυρίως, σε αυτή τη φάση, διερευνώντας την πηγή του, ποιος το τράβηξε. Ασχολούμαστε όμως και με την τεχνική πλευρά – και όσο εξελίσσονται οι δυνατότητες της παραπλανητικής τεχνολογίας τόσο θα αναβαθμίζουμε κι εμείς τις άμυνές μας. Πάντως και οι πολίτες έχουν γίνει πολύ πιο καχύποπτοι. Oλοι έχουν δει κάποιο κατασκευασμένο βίντεο, άρα γνωρίζουν ότι είναι δυνατό κάτι τέτοιο. Κι αυτό πιστεύω ότι τους κάνει να στρέφονται περισσότερο σε αξιόπιστα μέσα, τα οποία εμπιστεύονται ότι έχουν κάνει τους αναγκαίους ελέγχους ώστε να μεταδίδουν πληροφορίες που ισχύουν».

Ποιες πτυχές της δημοσιογραφίας δυσκολεύεται να φανταστεί να ασκούνται από μηχανές; «Τα άρθρα γνώμης. Η ερευνητική δημοσιογραφία. Η ειδησεογραφική κρίση, σχετικά με το τι αποτελεί είδηση. Σε αυτό το τελευταίο, οι μηχανές βελτιώνονται. Μπορούν, για παράδειγμα, να εντοπίσουν δεδομένα που έχουν ειδησεογραφικό ενδιαφέρον σε μία ανακοίνωση εταιρικών αποτελεσμάτων. Αλλά αν στην ανακοίνωσή της η εταιρεία αποκαλύψει ότι παραιτήθηκε ο διευθύνων σύμβουλος, αυτό πιθανότατα θα επηρεάσει την τιμή της μετοχής πολύ περισσότερο από οτιδήποτε προκύπτει από τους αριθμούς. Και η μηχανή, παρότι συνεχώς μαθαίνει, δεν είναι σε θέση ακόμα να κατανοήσει τη σημασία της συγκεκριμένης πληροφορίας». Η ιστορία της τεχνητής νοημοσύνης και της δημοσιογραφίας μέχρι σήμερα, όπως εφαρμόζεται στο Bloomberg, λέει, «δεν αφορά αντικατάσταση ανθρώπων από μηχανές αλλά τη συνεργασία μεταξύ τους, με αποτέλεσμα την παραγωγή περισσότερων ειδήσεων και περισσότερης ανάλυσης αυτών των ειδήσεων».

Ο Mικλθγουέιτ στο συνέδριο αποκάλεσε την πολιτική παροχής δωρεάν περιεχομένου από τους ειδησεογραφικούς οργανισμούς «αυτοκτονική». Μπορεί να ανατραπεί τώρα που έχει γίνει συνήθεια; Και πόσο πιο δύσκολο είναι για μέσα που δεν έχουν παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό;

«Το γεγονός ότι έχει γίνει συνήθεια είναι το πρόβλημα», απαντά. «Σύμφωνα πάντως με τα στοιχεία της νέας έκθεσης του Ινστιτούτου του Reuters για την ψηφιακή δημοσιογραφία, έχει αυξηθεί η διάθεση των καταναλωτών να πληρώνουν για τις ειδήσεις – είναι υπό εξέλιξη μία διαδικασία επανεκπαίδευσης. Αλλά δεν είναι εύκολο. Εγώ, ως διευθυντής του Economist, ήμουν πάντα της λογικής ότι οι καταναλωτές των ειδήσεων πρέπει να πληρώνουν, και θυμάμαι έντονες συζητήσεις στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, με τους ομολόγους μου στην Guardian, στο New Yorker, στο Vanity Fair για τα θέματα αυτά. Αλλά και το Bloomberg ήταν εξαρχής υπέρ των συνδρομών».

Η αντίφαση

Αυτό που έχει αλλάξει σήμερα σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια, εξηγεί, είναι «ότι οι νέοι καταναλωτές έχουν συνηθίσει πλέον να πληρώνουν για ψηφιακό – με το Spotify, το Netflix κ.ο.κ. Αυτό έχει διευκολυνθεί ακόμα περισσότερο από τη στροφή στο κινητό και τις εφαρμογές· ενώ, περιέργως, οι χρήστες διστάζουν να πληρώνουν στον παγκόσμιο ιστό, είναι πολύ πιο πρόθυμοι να το κάνουν για εφαρμογές. Επιπλέον, τα προϊόντα μας εξακολουθούν να είναι πολύ φθηνά για την αξία που παράγουν, σε μία εποχή κατά την οποία οι ιδέες και η πληροφορία είναι πιο σημαντικά αγαθά από ποτέ άλλοτε».

Επί του παρόντος, παραδέχεται, «υπάρχουν αποτυχίες της αγοράς» στη συνδρομητική ψηφιακή δημοσιογραφία – τα διεθνή μέσα έχουν το πλεονέκτημα έναντι τοπικών, αλλά και των εθνικών που μεταδίδονται σε γλώσσες με περιορισμένη εμβέλεια. «Πιστεύω, όμως, ότι η αυτόματη μετάφραση θα κάνει τη διαφορά. Αν εσείς γράψετε ένα ρεπορτάζ που αναδεικνύει ακριβώς πώς προέκυψε ένα σκάνδαλο διαφθοράς στην Ελλάδα, με την αυτόματη μετάφραση αυτό θα κυκλοφορήσει παντού».

Οι προκλήσεις για τη δημοσιογραφία, ωστόσο, δεν προέρχονται μόνο από την τεχνολογία. Τι έχει διδάξει το φαινόμενο Τραμπ τα μέσα ενημέρωσης;

«Κατ’ αρχάς, ο Τραμπ –όπως αναφέρει ο ίδιος– πουλάει πολλές εφημερίδες. Στις εκλογές του 2016, εξετάστηκε πιο ενδελεχώς από τα ΜΜΕ ίσως από οποιονδήποτε άλλον προεδρικό υποψήφιο στην ιστορία των ΗΠΑ. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της κάλυψης αυτής ήταν αρνητικό, κι όμως επιβίωσε και κέρδισε. Χρησιμοποίησε μεν το Twitter για να παρακάμψει τα ΜΜΕ, αλλά βρήκε επίσης τον τρόπο να κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση και να ρουφάει όλο τον τηλεοπτικό χρόνο και την προσοχή. Το έκανε αυτό συχνά λέγοντας εξοργιστικά πράγματα, αλλά ήταν αδύνατον δημοσιογραφικά να τον αγνοήσεις».

Στο GEN Summit ήταν ιδιαίτερα αισθητή η παρουσία των μεγαθηρίων της διαδικτυακής οικονομίας, όπως η Facebook και η Google, που έχουν απορροφήσει τεράστιο μέρος της διαφημιστικής πίτας εις βάρος των ΜΜΕ και στην περίπτωση της πρώτης ειδικά, έχουν γίνει αγωγοί παραπληροφόρησης και υπονόμευσης της δημοκρατίας. Μπορούν εταιρείες σαν αυτές να συμβάλουν στην ενίσχυση της δημοσιογραφίας ή αποκλείεται κάτι τέτοιο από το επιχειρηματικό τους μοντέλο;

«Ημουν υπέρ της χαλαρής ρύθμισης του τομέα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης όταν οι εταιρείες ήταν ακόμα μικρές και υπήρχε ένας πειραματισμός με νέους τρόπους παροχής πληροφόρησης. Τώρα όμως οι πλατφόρμες αυτές είναι τρομακτικά μεγαλύτερες από τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης και λαμβάνουν αποφάσεις για το τι μπορεί και τι δεν μπορεί να αναρτηθεί στις σελίδες τους. Πρέπει, λοιπόν, να αντιμετωπιστούν ως εκδότες, όχι απλά ως ουδέτεροι αγωγοί μετάδοσης της πληροφορίας. Kαι νομίζω ότι αυτό θα συμβεί, γιατί η κοινή γνώμη έχει στραφεί κατά των εταιρειών αυτών –το κλίμα είναι παρόμοιο με την εποχή που ο Τέντι Ρούζβελτ μιλούσε για τους “κακοποιούς του μεγάλου πλούτου”– και υπάρχει μία γενική επιθυμία να αναχαιτιστεί η ισχύς τους».

Παροδικό φαινόμενο

Πόσο μεγάλο πρόβλημα είναι το γεγονός ότι τα ψεύδη του Τραμπ, παρότι έχουν καταγραφεί αναλυτικά από σοβαρούς ειδησεογραφικούς οργανισμούς, δεν δείχνουν να τον πλήττουν πολιτικά; Οι δημοσιογραφικές αποκαλύψεις δεν έχουν πλέον τον αντίκτυπο που είχαν παλαιότερα απέναντι σε έναν συγκεκριμένο τύπο λαϊκιστή πολιτικού; «Είναι αναμφίβολα αλλόκοτο ότι μπορεί ο Τραμπ να λέει ψέματα που εύκολα καταρρίπτονται –π.χ. οι ισχυρισμοί του για το μέγεθος του πλήθους στην τελετή ορκωμοσίας του– και να μην τα παίρνει πίσω. Δύο-τρεις Ευρωπαίοι ηγέτες μου έχουν μιλήσει για το θέμα αυτό και μου έχουν πει ότι είναι κάτι πραγματικά ενδιαφέρον: αν οι ίδιοι έλεγαν οτιδήποτε αντίστοιχο, θα θεωρείτο γκάφα, θα έπρεπε αμέσως να ανακαλέσουν. Η αίσθησή μου είναι ότι είναι ένα παροδικό φαινόμενο, σε μία εποχή κατά την οποία πολλοί ψηφοφόροι στρέφονται προς πολιτικούς που “λένε τα πράγματα όπως είναι” (ή όπως φαντάζονται ότι είναι). Οι ψηφοφόροι αυτοί θεωρούν ότι τέτοιοι πολιτικοί είναι στο πλευρό τους, συνεπώς δεν τους ενοχλεί η υπερβολή στα λεγόμενά τους. Τέτοια περίπτωση είναι ο Μπόρις Τζόνσον στη Βρετανία. Το ένστικτό μου είναι ότι η τάση αυτή θα ατονήσει, θα υπάρξει μία διόρθωση». Σχετικά με την έννοια του fake news, την οποία ο Τραμπ χρησιμοποιεί για να δυσφημήσει δημοσιογράφους και μέσα που του ασκούν κριτική, ο Μικλθγουέιτ επισημαίνει ότι δυστυχώς η πρακτική αυτή έχει υιοθετηθεί και από το προοδευτικό στρατόπεδο: «Πολλές φορές χαρακτηρίζουν έτσι άρθρα και ρεπορτάζ συντηρητικών μέσων τα οποία τηρούν πλήρως τη δημοσιογραφική δεοντολογία, απλά δεν καταλήγουν σε συμπεράσματα που αρέσουν στην Αριστερά».

Πηγή: Καθημερινή της Κυριακής.