ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΩΝ ΕΠΙΔΗΜΙΩΝ

Των Σάκη Ιωαννίδη, Νικόλα Ζώη.

Κλείνοντας το τηλέφωνο ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλο να είμαστε καλά. Δεν ήταν τόσο τυπικό και ας μη γνωρίζαμε στην πραγματικότητα τον επίτιμο καθηγητή Iστορίας και Iστορίας της Iατρικής στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ, Φρανκ Σνόουντεν. Εκείνος θα γύριζε στην ερευνητική του δραστηριότητα στην πληττόμενη Ρώμη όπου βρίσκεται αυτές τις μέρες, ενώ εμείς, στην Ελλάδα, θα μαθαίναμε για το προληπτικό κλείσιμο των σχολείων και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων λόγω κορωνoϊού. «Είστε στη Ρώμη», τον ρωτήσαμε, «αποκλεισμένος;», προσπαθώντας να μη φανούμε ανήσυχοι.

«Είμαι στη Ρώμη, ναι. Τα πράγματα δεν είναι τόσο καλά τώρα αλλά εδώ είμαι. Είμαι τόσο χαρούμενος που είμαι εδώ όσο θα ήμουν και στις ΗΠΑ. Προσωπικά πιστεύω ότι (η κατάσταση) θα γίνει το ίδιο κακή ή και χειρότερη στις ΗΠΑ. Ακαδημαϊκά όμως θέλω να καταλάβω πώς αντιμετωπίζεται η επιδημία στην Ιταλία, είναι πολύ σημαντικό», λέει ο καθηγητής και συγγραφέας του βιβλίου «Epidemics and Society» (Επιδημίες και Κοινωνία) που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις εκδόσεις του Γέιλ. Ο τόμος των περίπου 600 σελίδων περιγράφει αναλυτικά την επίδραση που είχαν μεγάλες επιδημίες και πανδημίες, από την πανώλη και την ευλογιά μέχρι τη φυματίωση, το AIDS, τον SΑRS και τον Εμπολα, στις κοινωνίες, στην πολιτική, στις τέχνες, στην επιστήμη, κάνοντας εκτεταμένη αναφορά στην ιατρική πρακτική του Ιπποκράτη και του Γαληνού.

gkkt_01_1503_page_1_image_0002-thumb-large

Γλαφυρή απεικόνιση της επιδημίας χολέρας στο περιοδικό Le Petit Journal. Η εικόνα κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου «Epidemics and Society» του Φρανκ Σνόουντεν.

Ολα όμως ξεκίνησαν για τον ίδιο στην Ιταλία, στις αρχές του ’70, όταν βρέθηκε μάρτυρας ενός ξεσπάσματος ασιατικής χολέρας στη Νάπολη και αργότερα στη Ρώμη. «Είδα τι μπορούσε να προκαλέσει μια επιδημία ακόμη και στον 20ό αιώνα. Η Νάπολη στιγματίστηκε, όπως τώρα η Γουχάν, τα αυτοκίνητα με ναπολιτάνικες πινακίδες λιθοβολούνταν, υπουργοί έλεγαν ότι ο χυμός λεμονιού ήταν θεραπευτικός, όλα αυτά σε μια μεγάλη βιομηχανική δύναμη. Ηθελα να καταλάβω πώς μπορούσαν να συμβαίνουν όλα αυτά», λέει.

Δεν είναι όλες οι επιδημίες ίδιες, λέει ο καθηγητής, ούτε με την ίδια δυναμική ή συνέπειες. Μεγάλος σταθμός σε αυτή την ιστορία είναι φυσικά η πανώλη (πανούκλα) λόγω των εκατομμυρίων θυμάτων που πήρε μαζί του ο «μαύρος θάνατος» σε όλο τον κόσμο και στην Ευρώπη. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε, επισημαίνει ο κ. Σνόουντεν, τη (μακάβρια) συμβολή της στην ανάδυση σύγχρονων κρατικών μηχανισμών. «Για να αντιμετωπίσεις τη μετάδοσή της, έπρεπε να επιβάλεις την καραντίνα στη δημόσια υγεία και αυτό σήμαινε την κατασκευή λοιμοκαθαρτηρίων (pesthouses), τη δημιουργία διοικητικής δομής, πρόσληψη προσωπικού, εξοπλισμού κ.ά. Επρεπε να έχεις μεγάλη ναυτική δύναμη για την περιφρούρηση των πλοίων, στρατό και διοικητικές αρχές, συμβούλια υγείας, πόρους. Ετσι η βουβωνική πανώλη και οι επιδημίες συνέπεσαν με την ανάδειξη σύγχρονων κρατών με κεντρικές δομές εξουσίας».

Η στροφή στη θρησκεία ήταν μονόδρομος για τους περισσότερους, προκαλώντας, κυρίως, δύο φαινόμενα: την αυτοτιμωρία ή την τιμωρία άλλων με μαστιγώματα και άλλους τρόπους για τον εξαγνισμό των αμαρτιών, καθώς η πανώλη θεωρήθηκε αρχικά θεϊκή τιμωρία, και την ανάδειξη νέων αγίων, του Αγίου Σεβαστιανού και του Αγίου Ρόκκου. Η θρησκευτική έξαρση αποτυπώθηκε, μας λέει ο κ. Σνόουντεν, στην αρχιτεκτονική και στην τέχνη. Χτίστηκαν επιβλητικοί καθεδρικοί ναοί και μεγαλοπρεπή μνημεία (plague columns) σε πλατείες, δηλωτικά της καθαρότητας μιας περιοχής. «Τα θέματα της ευρωπαϊκής εικονογραφίας αλλάζουν με την αναγνώριση ότι η ζωή είναι μικρή. Οι πίνακες γεμίζουν με σύμβολα ματαιότητας (vanitas), όπως κρανία και κόκαλα, λουλούδια που μαραίνονται, κεριά που σβήνουν, θυμίζοντας στους ανθρώπους ότι η μετέπειτα ζωή είναι η σημαντική και πρέπει να είναι έτοιμοι για την τελική κρίση». Την ίδια ώρα ωστόσο γεννάται σε πολλούς ανθρώπους και η αμφιβολία, ένας νέος αγνωστικισμός, που αναρωτιέται γιατί ο Θεός επιτρέπει να πεθαίνουν εκατομμύρια παιδιά στις επιδημίες πανούκλας. «Αν μιλήσουμε με σημερινούς όρους, θα λέγαμε ότι τότε οι άνθρωποι αυτοί υπέφεραν από σύνδρομο μετατραυματικού στρες», σημειώνει ο καθηγητής.

Η πανούκλα μπήκε στη λογοτεχνία με τον Καμύ, τον Βοκκάκιο, τον Ντιφόου, τον Μαντσόνι, η ευλογιά προσέβαλε τους χαρακτήρες του Ντίκενς και του Θάκερι και, όπως και ο κίτρινος πυρετός άλλαξε την έκβαση μαχών και την προέλαση του Ναπολέοντα, το AIDS και ο Εμπολα έγιναν ταινίες.

Καμία όμως ασθένεια δεν εξυψώθηκε στα μάτια των ευγενών όσο η φυματίωση στην εποχή του ρομαντισμού, παρά την τραγική κατάληξη του ασθενούς. Η ασθένεια του Παγκανίνι, του Σοπέν, του Γέιτς, του Σέλεϊ θεωρούνταν νόσος των αριστοκρατών και των ιδιοφυών. Η ασθένεια εξελίσσεται πολύ αργά και στην πραγματικότητα προσβάλλει τους πνεύμονες και «κατατρώει» τον ασθενή εσωτερικά. Ωστόσο καλλιτέχνες, όπως οι προραφαηλίτες ζωγράφοι, είχαν για μοντέλα φυματικές γυναίκες που αργότερα μάλιστα τις παντρεύονταν. Η φυματική όψη θεωρήθηκε για τις γυναίκες πρότυπο ομορφιάς για μια περίοδο του 19ου αιώνα και οι νεαρές της εποχής προσπαθούσαν να είναι πολύ αδύνατες και μην τις βλέπει ο ήλιος ή να μακιγιάρονται με λευκό αλεύρι για να αποκτήσουν την ασθενική χλωμάδα. Χαρακτηριστικό είναι το έργο «Rice Powder» του Τουλούζ Λοτρέκ.

«Για τους άνδρες το πρότυπο ήταν ο Γέιτς, που θεωρούνταν πως όσο αρρώσταινε τόσο πιο ποιητικός γινόταν, ενώ για τον Βίκτωρα Ουγκό οι σύγχρονοί του έλεγαν ότι το μόνο του ελάττωμα ως συγγραφέα ήταν η γερή του κράση». Αυτή η θεώρηση, μας λέει ο κ. Σνόουντεν, σταμάτησε απότομα μόλις έγινε γνωστό το μικρόβιο που προκαλεί τη φυματίωση και τότε έγινε η ασθένεια των φτωχών.

Ασθένειες όπως η φυματίωση και η σύφιλη –η οποία για ορισμένους όπως ο Μποντλέρ θεωρούνταν «παράσημο» ερωτικών επιδόσεων– είχαν και τη «φυλετική» τους ερμηνεία. Η φυματίωση θεωρούνταν η «πανούκλα των λευκών» και της ανώτερης τάξης, ενώ και για τη σύφιλη υπήρχε η θεωρία ότι τη βίωναν με διαφορετικό τρόπο οι λευκοί από τους μαύρους.

Τέλος, ρωτάμε τον κ. Σνόουντεν εάν ο κορωνοϊός θα είναι από τις επιδημίες που θα μείνουν στην Ιστορία, αλλά είναι ιδιαιτέρως προσεκτικός στην απάντησή του. «Είμαστε ακόμη στην αρχή αυτής της πανδημίας και δεν γνωρίζουμε πόσο θα κρατήσουν η ίδια και οι συνέπειές της. Είναι περισσότερα όσα δεν γνωρίζουμε», επισημαίνει, προσθέτοντας βέβαια ότι στην εποχή μας δεν είμαστε στο έλεος των ιών. Ωστόσο, τα μαθήματα που πήραμε από τον SARS, λέει ο καθηγητής, κράτησαν λίγο και μετά μειώθηκαν τα κονδύλια της ιατρικής έρευνας και τα εργαλεία για την παραγωγή εμβολίων για τις οικογένειες των ιών. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προειδοποιούσε το 2019 για την επικινδυνότητα των ιών του αναπνευστικού. «Κανείς δεν θέλει να υποφέρει τα δεινά μιας επιδημίας, αλλά αν μπορεί να βγει κάτι θετικό από αυτή την περιπέτεια, ίσως είναι ότι για πρώτη φορά οι κυβερνήσεις και η ανθρωπότητα θα συνειδητοποιήσουν ότι αυτό είναι κάτι που θα επιστρέψει και πρέπει να είμαστε έτοιμοι».

 

Τα χρόνια της πανώλης στον ελλαδικό χώρο

Ισως τώρα πια να ακούγεται πολλαπλώς ειρωνικό, όμως το πρώτο ευρωπαϊκό λοιμοκαθαρτήριο (ή «lazaretto») για την περίθαλψη των ασθενών της πανώλης δημιουργήθηκε το 1423 στην ιταλική χερσόνησο, στη Βενετία. Ηταν η εποχή που η πόλη των τεναγών, διαθέτοντας το υπόβαθρο μιας γραφειοκρατικής κουλτούρας, πρωτοπορούσε στα υγειονομικά μέτρα και προσπαθούσε να αποτρέψει την εισβολή των επιδημιών στην επικράτειά της. Οπως, για παράδειγμα, τους λοιμούς της πανώλης που ενέσκηψαν στο βενετοκρατούμενο Ιόνιο τον 17ο και 18ο αιώνα: το βιβλίο «Το κακό οδεύει έρποντας… Οι λοιμοί της πανώλης στα Ιόνια Νησιά» (εκδ. Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας) της Κατερίνας Κωνσταντινίδου, επίκουρης καθηγήτριας Ιστορίας Νέου Ελληνισμού στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μελετά αυτό ακριβώς το θέμα.

gkkt_03_1503_page_1_image_0001-thumb-large

«Πανούκλα σε αρχαία πόλη» (1650-1652), Μίχιελ Σβέιρτς, Ολλανδία, Los Angeles County Museum of Art.

Ενα από τα συμπεράσματα της Κωνσταντινίδου είναι ότι τα μέτρα της απομόνωσης, της απολύμανσης και της πειθάρχησης των πληγέντων πληθυσμών είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των επιδημιών. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα είναι η μία πτυχή της υπόθεσης: «Εχει ενδιαφέρον ότι, εκείνη την περίοδο, τα Ιόνια Νησιά συνορεύουν με τον υπό οθωμανική κυριαρχία ελληνικό χώρο, όπου δεν εφαρμόζονται συστηματικά υγειονομικά μέτρα. Για τους Βενετούς, η οθωμανική επικράτεια είναι ένα πεδίο μονίμως μολυσμένο και όσα πλοία έρχονται από εκεί μπαίνουν σε καραντίνα σαράντα ημερών», λέει η καθηγήτρια στην «Κ». «Ο όρος “untore”, που σημαίνει “αυτός που φέρνει την πανώλη”, χρησιμοποιείται από παλιότερα. Γενικά, στους λοιμούς της πανώλης κάποιοι κατηγορούνται ως υπεύθυνοι. Είναι λ.χ. οι εβραϊκοί πληθυσμοί, οι περιφερόμενοι, οι ξένοι, τα επαγγέλματα που χαρακτηρίζονται από κίνηση, όπως οι ναυτικοί, ενώ υπάρχουν και μερικές αναφορές για πόρνες».

Ούτε βέβαια και όλοι ασθενούν. Τα κατώτερα στρώματα πλήττονται σε μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα, λέει η κ. Κωνσταντινίδου, καθώς οι συνθήκες ζωής τους τα καθιστούν πιο ευάλωτα. Επιπλέον, η απομόνωση, η φυγή, είναι ευκολότερη για τους πιο εύπορους, τους ισχυρούς. «Παράλληλα, στο βενετικό Ιόνιο εντοπίζεται και σύγκρουση μεταξύ της κεντρικής βενετικής εξουσίας και των ντόπιων υγειονόμων», προσθέτει η καθηγήτρια. «Η πρώτη ενοχοποιεί τους δεύτερους και τους χαρακτηρίζει διεφθαρμένους και ανίκανους να αντιληφθούν την αποτελεσματικότητα του υγειονομικού συστήματος που εφαρμόζεται. Από τη μεριά τους, οι τοπικές αρχές είναι υπόλογες στις κοινωνίες τους και προσπαθούν να σταθμίσουν το ρίσκο: οι συνέπειες μιας επιδημίας είναι χειρότερες από εκείνες π.χ. μιας σιτοδείας;».

Φυσικά, ταβέρνες και καπηλειά είναι κλειστά, γιορτές δεν πραγματοποιούνται, ούτε και λιτανείες, αν και μερικοί αψηφούν τις οδηγίες. Κάποιοι δεν αποκαλύπτουν καν την ασθένειά τους, άλλοι ενισχύουν υπάρχοντες δεσμούς αλληλεγγύης, ενώ μερικοί τους διαρρηγνύουν. Η ζωή ξεπερνάει τις κανονιστικές ρυθμίσεις. Αν όμως έπρεπε οπωσδήποτε να βρεθεί μια αναλογία με το σήμερα, η κ. Κωνσταντινίδου θα έστρεφε αλλού την προσοχή. «Υπάρχουν και σήμερα οι “untori”», λέει. «Σε καιρό επιδημίας, υπό το κράτος του φόβου, και όχι μόνο, μπορούν να στιγματιστούν ομάδες ή μεμονωμένα κοινωνικά υποκείμενα, με κριτήριο την καταγωγή, τη δραστηριότητά τους, τις πεποιθήσεις τους, το επάγγελμά τους όπως επίσης και τον τρόπο ζωής τους».

«Οργή Θεού» για τους αμαρτωλούς

Το σύστημα των λοιμοκαθαρτηρίων μπορεί να «έσωσε» την κατάσταση στον δυτικό κόσμο που αντιμετώπισε τις επιδημίες πανώλης, αλλά στον ελλαδικό χώρο τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του καθηγητή Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο ΕΚΠΑ Κώστα Κωστή «Στον καιρό της πανώλης. Εικόνες από τις κοινωνίες της ελληνικής χερσονήσου 14ος-19ος αιώνας» των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης.

Το γεγονός ότι για πολλά χρόνια ήταν άγνωστος ο τρόπος μετάδοσης της ασθένειας, που γινόταν μέσω των τρωκτικών και των ψύλλων, προκαλούσε τρόμο στις κοινωνίες που έπληττε. «Είναι σαφές ότι οι άνθρωποι σκέφτονταν με όρους θρησκευτικούς. Θεωρούσαν την πανούκλα οργή Θεού και τιμωρία για τους αμαρτωλούς, διότι δεν μπορούσαν να την καταλάβουν. Αλλες ασθένειες, όπως η ευλογιά, που είχε συγκεκριμένο μοντέλο μετάδοσης και προσβολής, την καταλάβαιναν ως ιατρικό πρόβλημα», δηλώνει στην «Κ» ο ιστορικός και συγγραφέας.

Η εποχικότητα της επιδημίας (Μάιος – Ιούλιος) έκανε τους ανθρώπους να κλείνονται στα σπίτια τους, να σταματούν τις δουλειές τους, να αποφεύγουν ο ένας τον άλλον. Οι πιο εύποροι έφευγαν και ζούσαν φυσικά σε καλύτερες συνθήκες και μακριά από τα τρωκτικά, που τότε βρίσκονταν σε κάθε σπίτι. «Χρησιμοποιούσαν πολύ το ξίδι ως απολυμαντικό και κάπνιζαν τα πράγματα πριν τα ακουμπήσουν, τις επιστολές, τα ρούχα τους, τα χρήματα, αλλά το μόνο που βοηθούσε ήταν η απομόνωση των ασθενών», σχολιάζει ο κ. Κωστής.

Μετά την επιδημία αρκετές περιοχές ερήμωναν, οι χήρες και οι χήροι προσπαθούσαν να κάνουν δεύτερους γάμους, αν και αυτό δεν ήταν ο γενικός κανόνας. Είναι ενδεικτικό ότι το 1368 ο δεσπότης Ιωαννίνων εξανάγκασε τις χήρες της πόλης να παντρευτούν Σέρβους, ενώ το Ρέθυμνο ερήμωσε τόσο το 1350 που οι βενετικές αρχές, φτάνοντας σε απόγνωση, παραχώρησαν το προνόμιο της υπηκοότητας σε όσους αποφάσισαν να εγκατασταθούν εκεί.

Μπορεί η Κωνσταντινούπολη να εθεωρείτο «δεξαμενή πανώλης» με τα καράβια που έφευγαν από το λιμάνι της γεμάτα τρωκτικά, αλλά η αντιμετώπιση της επιδημίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν «πιο ήπια», λέει ο κ. Κωστής, σε σχέση με τις δυτικές χώρες. Μια ερμηνεία που δίνει ο συγγραφέας είναι η αποδοχή του γεγονότος από τους μουσουλμάνους υπηκόους, οι οποίοι δεν μετακινούνταν από την κοινότητα, σε αντίθεση με τους χριστιανούς.

Τα ποιοτικά στοιχεία όμως και οι πηγές για τον ελλαδικό χώρο είναι λιγοστά, όπως παραδέχεται ο ιστορικός, καθώς δεν υπάρχουν ληξιαρχικά αρχεία για την εποχή και διότι οι γιατροί απέδιδαν τότε στην πανώλη όποια ασθένεια δεν μπορούσαν να εξηγήσουν. Πάντως, εκτός από μεμονωμένες περιπτώσεις, η Ελλάδα προσπάθησε να φτιάξει ένα σύστημα λοιμοκαθαρτηρίων το ’40, για να πάρει αποστάσεις από την… Ανατολή.

*Πηγή: Καθημερινή της Κυριακής.